,

Ο εμπρησμός της Athens Voice είναι πιο ανησυχητικός απ’ ό, τι πιστεύουμε

Η πιο σοκαριστική πτυχή της εμπρηστικής επίθεσης στα γραφεία της Athens Voice δεν ήταν το γεγονός της καταστροφής καθ’ εαυτό. Καταστροφές ζούμε πολλές, εκούσιες ή ακούσιες, ενεργητικά ή παθητικά, απρόκλητα ή μη, και τη συντριβή την συνηθίζουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αυτό που πραγματικά με τρόμαξε, ήταν η απάθεια με την οποία αντιμετωπίστηκε η πολιτική διάσταση του θέματος, αλλά και η άτυπη νομιμοποίηση που η απάθεια αυτή προσέδωσε στην ενέργεια της καταστροφής. Ναι, ήταν πολλές οι φωνές που ακούστηκαν να διατυπώνουν την αντίθεσή τους προς τη φρικαλέα βιαιότητα, αλλά δεν ήταν αρκετές.

Ο κόσμος μοιάζει να ’χει μυηθεί κατά μεγάλο μέρος σε μία πρωτόγονη φιλοσοφία αυτοδικίας και μνησικακίας, κατά την οποία η αισχρότητα των μέσων καθαγιάζει τον ασαφή σκοπό των υποτιθέμενα αγαθών πολιτικών του στοχασμών. Ζούμε σε μία εποχή όπου όλοι επαναστατούν εναντίον του απρόσωπου τέρατος που τους καταπιέζει, όλοι του δίνουν αυθαίρετα την ταυτότητα που τους βολεύει (και την αναπροσαρμόζουν συχνά σύμφωνα με το συμφέρον τους), και πολλοί δικαιολογούν με ανησυχητική ευκολία τη φωτιά και το τσεκούρι όποτε τα συναντούν. Ίσως επειδή κάθε φορά που τα πετυχαίνουν στον δρόμο τους, φαντάζονται τι θα γινόταν αν τα χρησιμοποιούσαν και οι ίδιοι, για να τελειώνουν μια και καλή με το άδικο που τους μαστίζει.

Έχοντας σκεφτεί το παραπάνω, αλλά και παρατηρώντας την περιρρέουσα απέχθεια της μάζας γύρω από κάθε εν δυνάμει φορέα εξουσίας (εν προκειμένω τα media), καταλήγω στο ότι οι βίαιες επιθέσεις που φέρονται να “ανατρέπουν” κάτι ισχυρό, εξιτάρουν μια μερίδα κόσμου, γιατί εκτονώνουν τα νεύρα της με πολύ ανέξοδο τρόπο και καθησυχάζουν τα όποια ψήγματα ευσυνειδησίας της με το εύπεπτο παραμύθι του “τα ’θελε κι αυτών ο κώλος, τέτοιοι που είναι”. Αφού είναι ισχυροί, σίγουρα φταίνε σε κάτι. Απλό, εύληπτο, φιλολαϊκό. Και λάθος.

Κανείς απ’ όσους βρήκαν οκ τον εμπρησμό των γραφείων της A.V δεν σκέφτηκε τον φασισμό που ελλοχεύει στο έγκλημα που τελέστηκε (και που οι ίδιοι υποθάλπτουν εμμέσως), γιατί οι περισσότεροι έχουν ήδη πείσει τον εαυτό τους ότι αυτός είναι προκαταβολικά αδικημένος και την ευθύνη για την αδικία αυτή φέρει οποιοσδήποτε μοιάζει ή είναι ισχυρός – πότε το κράτος, πότε η Βουλή, πότε ένας δημοσιογράφος, πότε μία επιχείρηση. Για εκείνον που νομιμοποιεί επιλεκτικά τον φασισμό, δεν έχει σημασία ποιος είναι το θύμα, γιατί στο μυαλό του ο ίδιος έχει θιγεί πρώτος (από τη ζωή, τη μαμά του, τη μοίρα, τον καπιταλισμό – πάντα κάτι άλλο φταίει εκτός από τον ίδιο) και όποιος δεν συμφωνεί μ’ αυτό, δεν πειράζει να πεθάνει. Ο φασισμός είναι πάντα των άλλων, είτε οι άλλοι είναι πράγματι φασιστές είτε όχι. Τον ίδιο δεν τον αγγίζει ποτέ, γιατί αυτό έχει αποφασίσει να δηλώνει, καθώς παρακολουθεί ηδονικά τα κτίρια να φλέγονται (με ή χωρίς ανθρώπους μέσα).

Ο σουρεαλιστικός βαυκαλισμός μας έχει αγγίξει τόσο υψηλά επίπεδα αυταπάτης, που πλέον έχουμε διαχωρίσει την άποψη από την υποχρέωση συνέπειας σε αυτήν (ως προϋπόθεση της αυθεντικότητάς της), και αποδίδουμε αφειδώς εύσημα δημοκρατικότητας σε όποιον ισχυρίζεται ότι του ανήκουν. Δεν μας ενδιαφέρει ποιος είναι πραγματικά αυτό που λέει, αρκεί να το λέει πειστικά και να μετέρχεται την επαναστατικότητα και την αντίσταση όσο γραφικά τις έχουμε εικονογραφήσει στο μυαλό μας.

Υποψιάζομαι, όμως, ότι επιτέλους πλησιάζει εκείνη η στιγμή που θα γίνει κοινός τόπος (κι αυτό, δυστυχώς, όχι αναίμακτα) ότι ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι κάτι που σε καταλαμβάνει συναινετικά (πόσοι φασίστες, άλλωστε, παραδέχονται ότι ενδίδουν πράγματι στον φασισμό;), δεν είναι κάτι που είσαι ή δεν είσαι, ανάλογα με το τι πιστεύεις για τον εαυτό σου και πώς επιλέγεις να τον συστήσεις στους άλλους. Είναι νοοτροπία. Γι’ αυτό και μπορεί να εμφιλοχωρήσει σε κάθε πολιτική παράταξη, σε κάθε κόμμα, σε κάθε ιδεολογία – ακριβώς επειδή δεν είναι μόνιμη ιδιότητα (που την αποδέχεσαι ή όχι), αλλά τρόπος σκέψης που σε διαφθείρει εκ των έσω, όποιος κι αν είσαι, ό, τι κι αν στηρίζεις. Ο φασισμός δεν απαντά τόσο στο ίδιο το φρόνημά σου (εκτός αν είσαι ναζί ή κάτι δηλωμένα και ακραία ψυχοπαθές), αλλά στα μέσα που επιλέγεις για να το υλοποιήσεις.

Κι εκεί, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η μεγάλη παγίδα του όλου θέματος, ο λόγος που η Athens Voice, αν και θύμα φασιστικής επίθεσης, παραμένει στις συνειδήσεις πολλών ως ο κακός της υπόθεσης, ο σατανικός σπόρος που κάποιοι γενναίοι προσπάθησαν να ξεριζώσουν όπως κι αυτός χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να δηλητηριάσει τις τίμιες συνειδήσεις μας (αλήθεια, οι συνειδήσεις μας είναι τόσο αδύναμες που εκμαυλίζονται τόσο εύκολα;): Δεν έχουμε ακόμη, ως λαός, ξεπεράσει την πολιτική μας ανηλικότητα, το νεογιλό στάδιο της άκριτης υιοθέτησης προτύπων και της αδιαπραγμάτευτης σύνδεσής τους με πρόσωπα μάλλον, παρά με δράσεις και αποδείξεις. Κατηγοριοποιούμε ακόμη τους ανθρώπους σύμφωνα με το ιδεατό τους μανιφέστο (για να το διακηρύσσουν, το πιστεύουν κιόλας ε;) και αφήνουμε την πολιτική να εκτυλιχθεί με υποθετική τελειότητα και κυριολεκτική αποτυχία. Ξεχνάμε ότι η ευθύνη για την εξαργύρωση των εξαγγελιών περί δικαίου δεν βαραίνει μόνο τους έχοντες την εξουσία κατά τα φαινόμενα, αλλά κι εκείνους που διατείνονται ότι θα μας σώσουν. Η δημοκρατικότητα δεν εξαντλείται σε τίτλους και τυπικότητες, επαληθεύεται με έργα ή δεν υπάρχει καθόλου.

What do you think?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%