,

To mama roux είναι παράδεισος

Το φαγητό στο κέντρο είναι ως επί το πλείστον δυσάρεστη υπόθεση, κυρίως επειδή είναι αιχμάλωτο του διπόλου ‘ακριβό αλλά καλό’ – ‘φθηνό αλλά okayish’. Με λίγα λόγια, θα πρέπει να πληρώσεις περισσότερα απ’ όσα θα θελες για να φας ικανοποιητικά (τόσο από πλευράς ποιότητας όσο και ποσότητας), διαφορετικά συμβιβάζεσαι με κάτι μέτριο και γρήγορο (και το βράδυ παραγγέλνεις σουβλάκι απ’το σπίτι). Το mama roux ανέτρεψε το αξίωμα αυτό και έκανε μεγάλη χάρη σε όλους εμάς που τρέμαμε μην αποκλειστούμε πεινασμένοι στο Μοναστηράκι.

Το πρώτο πράγμα που σε προδιαθέτει ευνοϊκά για το mama roux, είναι η έξυπνη τοποθεσία του, δηλαδή το γεγονός ότι βρίσκεται μεν στον πυρήνα της αθηναϊκής παράνοιας, αλλά παράλληλα είναι αποστασιοποιημένο από το trashy κομφούζιο της Αγίας Ειρήνης και των πέριξ, και χωροταξικά και αισθητικά. Περνάς δηλαδή την παλιομοδίτικη πασαρέλα-face control της πλατείας και της Αιόλου, και καταλήγεις σε ένα απροσδόκητο άσυλο με φτέρες και αβοκάντο, έτοιμο να σου παράσχει την αβίαστη θαλπωρή και ασφάλεια που το στήσιμο και το mentality των περισσότερων χώρων σου αρνούνται πεισματικά.

Η διαρρύθμιση του mama roux είναι ένα από τα μεγάλα του ατού: Είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να χωράει πολύ κόσμο και να τον χωράει άνετα (περισσότερο έξω απ’ ό,τι μέσα, βέβαια), χωρίς να σου προκαλεί ασφυξία, ακόμα κι όταν είναι εντελώς γεμάτο. Παράλληλα, μοιάζει σα να ‘ναι προορισμένο για να φιλοξενήσει καλεσμένους μάλλον, παρά για να εξυπηρετήσει πελάτες. Τα πάντα, από τις μεγάλες τζαμαρίες και τα τραπέζια μέχρι τα χρώματα και τη διάχυση του φωτός, συντείνουν στη σύνθεση σπιτικού κλίματος και, ειδικά αν είσαι awkward τύπος που δυσανασχετεί σε κάθε κοινωνική συναναστροφή, σου αφαιρούν κάμποσες μονάδες νευρικότητας και άγχους. Και όλο αυτό χωρίς ψυχαναγκαστικές στιλιστικές επιτηδεύσεις του στυλ ‘κρεμάσαμε τρία βίντατζ καδράκια για να σου θυμίσουμε με το ζόρι το σπίτι της γιαγιάς σου’ ή εξαρχειώτικες φτήνιες που εκβιάζουν την οικειότητα (κατουρημένο μαξιλάρι γάτας δίπλα σου).

Το φαγητό το βρίσκω πάντα άψογο (πάντα!) είτε πρόκειται για φαλάφελ είτε για σούπα είτε για νουντλς είτε για ταμπουλέ, χωρίς να ‘χω παρατηρήσει ποτέ καμουφλαρισμένες εκπτώσεις σε οποιοδήποτε επίπεδο (του τύπου ‘μειώσαμε την ποσότητα 20%, but hey, σου βάλαμε στο πιάτο για πρώτη φορά δύο πίκλες). Μάλιστα, μια φορά που έτυχε να αλλάξουν τη σαλάτα στο αγαπημένο μου πιάτο (το τεράστιο μπέργκερ, ικανό να χορτάσει ολόκληρο στρατό Μυρμιδόνων) ζήτησα τον λόγο από τον σερβιτόρο και φυσικά απολογήθηκε ότι ήταν προσωρινό (πράγμα που, συν τοις άλλοις, δείχνει ότι το προσωπικό έχει και ανοχή στην κατίνα πελάτισσα που ντροπιάζει την παρέα της με αγενείς παρατηρήσεις). Το μενού έχει την απαιτούμενη ποικιλία (εμένα μου αρκεί δηλαδή), συνέπεια (απαραίτητη σε πελάτες με τον αυτισμό μου, που δεν τους αρέσουν οι αλλαγές) και συνεκτικότητα (δηλαδή μια κάποια ομοιογένεια που το διαφοροποιεί από τις πολυσυλλεκτικές αρπαχτές που συναντάμε κατά καιρούς).

Το crowd είναι απ’ όλα τα στρώματα και όλα τα στυλ. Θα πετύχεις, δηλαδή, την Εριέττα Κούρκουλου και τη Θέμιδα Μπαζάκα με την ίδια ευκολία που θα πετύχεις και τη συμμαθήτριά σου την Τασία από το γυμνάσιο, γεγονός ενδεικτικό της ποιότητας και της αυθεντικότητας του mama roux που δεν παραλλάσσονται ανάλογα με το κοινό, ούτε στοχεύουν σε ορισμένο target group. Ο επισκέπτης προσαρμόζεται στο μέρος, όχι το μέρος στον επισκέπτη – κι αυτό είναι καλό γιατί διατηρεί το στάτους του mama roux ανέπαφο [όχι σαν άλλα μαγαζιά που είτε μεγαλοπιάνονται και σε κοιτάνε με μισό μάτι όταν καλομάθουν με celebrities (βλ. kitty cat) είτε παρακμάζουν όταν ξεθυμάνει το buzz τους.]

Προσοχή, οι κρατήσεις στο mama roux δεν είναι εικονικές και τηρούνται απαρέγκλιτα, επομένως μην παρεξηγηθείτε αν δεν βρείτε τραπέζι σε μέρα και ώρα αιχμής. Έχω δει διάσημους ηθοποιούς να τρώνε άκυρο, δηλαδή, λόγω πολυκοσμίας, την ώρα που εγώ -ο nobody- έτρωγα λαίμαργα, χάρη στην προνοητικότητά μου. Όλοι είμαστε ίσοι στον θεό του mama roux, ξεχάστε τους κολωνακιώτικους βλαχοελιτισμούς!

Τα αρνητικά στοιχεία, κατά τη γνώμη μου, είναι δύο: Πρώτο, ο κακός εξαερισμός στο εσωτερικό του μαγαζιού, που ως συνέπεια έχει να ποτίζει και η τελευταία ίνα ρούχου από μυρωδιά φαγητού, αν κάτσεις μέσα. Φαίνεται αστείο, αλλά είναι πολύ ενοχλητικό και αποτρεπτικό για κάποιους από μας. Δεύτερο, ότι ο χώρος έξω είναι προσβάσιμος απ’ όλους, με αποτέλεσμα να πρέπει να υποστείς κλαρινοπαίχτες, μικροπωλητές, τσιγγάνες μάντισσες, και κάθε λογής διερχόμενους που κάτι θέλουν από σένα, ενώ εσύ (πληρώνεις για να) τρως. Μη μου αρχίσετε τα ανθρωπιστικά φληναφήματα – όταν τρώω είμαι μόνο εγώ και το φαγητό μου και οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση με πειράζει (απ’ όπου κι αν πηγάζει).

Συνολικά, θεωρώ το mama roux απαράμιλλο έμβλημα στην αθηναϊκή εστίαση, κι εύχομαι να μείνει όπως είναι για πάντα.