,

Ακτινογραφώντας τον hater του ελληνικού ίντερνετ

Οι haters δεν σε ξέρουν. Γι’ αυτό σε μισούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι ένα αξιαγάπητο κουκλάκι στην πραγματικότητα, αλλά ότι η έλλειψη γνώσης του αληθινού σου εαυτού τούς επιτρέπει να προβάλουν πάνω σου ένα κάρο φαντασιώσεις για το πώς μπορεί να είσαι ή για το πώς θα τους βόλευε να είσαι. Και οι φαντασιώσεις αυτές είναι ένα προϊόν πλάνης που απορρέει από αποσπασματικές εκδηλώσεις εκείνου που ενδεχομένως να είναι ο χαρακτήρας σου. Μισόλογα, status updates, κείμενα, συνομιλίες, φωτογραφίες, εμφανίσεις, αστεία, ρούχα κ.τ.λ. Όλα τους, ελλιπείς ενδείξεις μιας εν δυνάμει υπαρκτής προσωπικότητας, αλλά σε καμία περίπτωση αποδείξεις της δικής σου. Η σύνθεση των γνωρισμάτων της online περσόνας σου, με τον ίδιο τρόπο που δημιουργεί ανυπόστατες συμπάθειες, πυροδοτεί και αντιπάθειες σε άτομα που σε βλέπουν σαν χαρακτήρα ταινίας. Είτε τους χαλάει ο ρόλος που υποδύεσαι είτε η ερμηνεία σου, αυτοί σε μισούν κανονικά, αλλά στην πραγματικότητα ως σύμβολο. Μισούν, δηλαδή, όσα αναπαριστάς, αλλά επειδή το μίσος είναι πολύ πιο εύγλωττο όταν έχει φάτσα, μισούν εσένα.

Η όλη ψυχοπαθολογία των haters εκδηλώνεται με κάμποσες παράλογες συμπεριφορές, πράγμα εύλογο, αν σκεφτεί κανείς ότι η ίδια η ιδιότητα του hater είναι ένας παραλογισμός από μόνη της. Πρόκειται, άλλωστε, για άτομα που έχουν προαποφασίσει να μισήσουν για να εκτονώσουν τη συσσωρευμένη τους οργή, κι απλά χρησιμοποιούν το facebook/twitter προκειμένου να προσωποποιήσουν και, κατά κάποιο τρόπο, να εκλογικεύσουν το μένος τους. Μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μισώ τους πλούσιους γιατί είμαι φτωχός, άρα στοχοποιώ όποια υποψία πλούτου πέσει στην αντίληψή μου, με διάφορα προσχήματα. Μισώ τη Δημουλά και την ποίησή της, άρα βάζω στη μαύρη λίστα όσους την ποστάρουν στο facebook. Και πάει λέγοντας.

Το διαδικτυακό hating είναι κατά κάποιον τρόπο ένας συνδυασμός του προσωπικού κόμπλεξ και της υπερατομικής κι απρόσωπης δύναμης της ανωνυμίας. Ο άμετρος φανατισμός και οι εμμονές που στην κανονική ζωή αναγκάζεσαι να κουκουλώσεις για λόγους ευπρέπειας, στο ίντερνετ εκδηλώνονται χωρίς καμία αναστολή γιατί ακόμα κι αν γράφεις με το όνομά σου, διατηρείς την ψευδαίσθηση του απυρόβλητου. Εφόσον δεν πρόκειται να λογοδοτήσεις σε κανέναν ή να υποστείς οποιαδήποτε πρακτική επίπτωση, ουσιαστικά επιστρατεύεις τον πιο ασύδοτο εαυτό σου για να αντιμετωπίσεις σθεναρά ό,τι στην πραγματική ζωή σε κάνει να σκύβεις το κεφάλι. Ή να στεναχωριέσαι ή να απογοητεύεσαι ή να νευριάζεις. Άρα στο ίντερνετ ο πολιτισμός που υπό κανονικές συνθήκες σε κρατάει σε απόσταση απ’ το κτήνος μέσα σου, γίνεται προαιρετικός. Κι εσύ τον αρνείσαι. Αντ’ αυτού, διαλέγεις την πολιτική των επιθέσεων προς όσους σου θυμίζουν ότι είσαι δυστυχισμένος, ακόμα κι αν δεν φταίνε εκείνοι γι’ αυτό. Οι haters δεν γνωρίζουν το θύμα τους, όμως στο πρόσωπό του βλέπουν τον ιδανικό, άδειο καμβά για να ζωγραφίσουν την οργή τους.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, από την εμπειρία μου με τους haters έχω καταλήξει ότι η απειλή τoυς δεν είναι δα και τόσο τρομερή. Υπάρχουν, δηλαδή, τρόποι να τους διακρίνεις στο πλήθος, ξεχωρίζοντάς τους απ’ τους φυσιολογικούς διαφωνούντες βάσει ορισμένων αντιπροσωπευτικών γνωρισμάτων:

Αναφέρονται σε σένα υβριστικά, υποτιμητικά και λένε ότι δεν τους ενδιαφέρεις καθόλου (σε τρίτους ή και σε σένα τον ίδιο), αλλά πάντα διαβάζουν όσα γράφεις, έχουν άποψη για όσα είπες, και γενικά δεν χάνουν κανένα επεισόδιο απ’ τη ζωή σου. Στην πραγματικότητα είναι εθισμένοι σε σένα, αλλά δεν θέλουν να το παραδεχτούν.

Όταν δεν μπορούν να κρύψουν ότι ξέρουν τα πάντα για σένα, προσποιούνται ότι τους διασκεδάζει να παρακολουθούν πόσο κακός/ γελοίος/ ηλίθιος/ ατάλαντος είσαι, επιχειρώντας να δώσουν μια αφ’ υψηλού ψυχολογικοφιλοσοφική διάσταση στην προφανή αντίφαση. Είναι η κλασική περίπτωση κομμωτηριακού κατιναριού “Συνέχισε κορίτσι μου, ρίξε κι άλλο το επίπεδό σου, μας διασκεδάζεις”, καμουφλαρισμένη με πιο χιπ τρόπο. Δεν είναι losers δηλαδή βρε, απλώς κάνουν την πλάκα τους. Συνέχεια. Με αντικείμενο εσένα. Χωρίς να τους έχεις κάνει τίποτα.

Πολλές φορές η αντιπάθειά τους προκύπτει απ’ το ότι κάποτε προσπάθησαν να σε προσεγγίσουν ή να σε γνωρίσουν προσωπικά, αλλά έφαγαν πόρτα. Το διαδίκτυο είναι γεμάτο από γλοιώδεις social climbers που εκδικούνται όσους δεν ανταποκρίθηκαν στις κρούσεις τους, κάνοντάς τους άμεσο ή έμμεσο πόλεμο, με ψευδείς αφορμές. Το πρόβλημα των haters εδώ είναι και πάλι το ότι δεν σε ξέρουν, απλά η συγκεκριμένη περίπτωση επιβαρύνεται απ’ το γεγονός ότι θέλησαν να σε μάθουν και δεν τους άφησες.

Κάποιες φορές σε μισούν για να τραβήξουν την προσοχή σου. Μπορεί δηλαδή να μην έχουν κανένα πρόβλημα μαζί σου, αλλά να θεωρούν τις κακιούλες ως μοναδικό τρόπο να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

Άλλες φορές, το μίσος είναι ένας εύκολος τρόπος για να υπάρξεις. Θέλει κόπο να ξεχωρίσεις όντας ο εαυτός σου, αλλά ελάχιστη προσπάθεια να βγεις απ’ την αφάνεια θέτοντας τον εαυτό σου σε διαρκή αντιπαράθεση με κάποιον άλλο. Έτσι, μισείς για να προσδιοριστείς, και προσδιορίζεσαι μισώντας.

Οι haters χαρακτηρίζονται από ένα πολύ κραυγαλέο και νοσηρό ηθικό στοιχείο, δηλωτικό της ανειλικρίνειας της στάσης τους. Ζηλεύουν. Θα ήθελαν να πιστεύεις ότι σε απαξιώνουν, αλλά στην πραγματικότητα ζηλεύουν. Κι αυτό αποδεικνύεται από την εμμονική κι απρόκλητη επιθετικότητά τους. Γιατί η πραγματική απαξία συνεπάγεται αδιαφορία. Το ενεργητικό μίσος, αντίθετα, σημαίνει ενδιαφέρον. Τυπικά, λοιπόν, σε κατακεραυνώνουν για τις απόψεις σου, για τους φίλους σου, για τον τρόπο ζωής σου, αλλά η ανάγκη τους να σε κατακρίνουν διαρκώς και επανειλημμένα, φανερώνει ότι θα ήθελαν να βρίσκονται στη θέση σου και να κάνουν περίπου ό,τι κι εσύ. Αλλά επειδή δεν μπορούν, κάνουν το αμέσως καλύτερο πράγμα. Σε βρίζουν. Είναι σαν αυτό που συνέβη με τον Κωστόπουλο, μετά την πτώση της αυτοκρατορίας του. Ένα κάρο ανύπαρκτοι θυμήθηκαν καθυστερημένα πόσο ανήθικο άτομο είναι, και προσπαθούσαν σε καθημερινή βάση να μας πείσουν γι’ αυτό, μιλώντας για τις πουράκλες και το σκάφος του. Στην πραγματικότητα, προσπαθούσαν απλώς να βγάλουν το άχτι τους που οι πουράκλες και τα σκάφη δεν ήταν δικά τους.

Οι haters έχουν μια πολύ περίεργη αντίληψη περί δημοκρατίας. Βασικά, δεν την κατανοούν. Στο συγχυσμένο κι ασπούδαστο μυαλό τους η δημοκρατία είναι ένα απύθμενο πηγάδι ανεξάντλητων και μονόπλευρων δικαιωμάτων τα οποία επάγονται αποκλειστικά σ’ αυτούς. Έτσι, έχουν κάθε δικαίωμα να σου παραθέτουν τη γνώμη τους ή να σε βρίζουν (οκ, μέχρι εδώ), αλλά πιστεύουν ακράδαντα ότι πρέπει να τους διευκολύνεις να το κάνουν. Επομένως, η άνευ όρων πρόσβαση στον τοίχο σου ερμηνεύεται περίπου όπως το αναφαίρετο δικαίωμά τους να ψηφίζουν ή να εργάζονται. Οφείλεις να τους αφήνεις να γράφουν ό,τι θέλουν, διαφορετικά είσαι φασίστας.

Ντρέπονται να σε αντιμετωπίσουν από κοντά (εκτός αν είναι κανονικοί ψυχασθενείς και το επιδιώκουν για να σε δείρουν). Κι αυτό επειδή ο πόλεμος που σου έχουν κηρύξει, διεξάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα της φαντασίας τους, και το ίντερνετ είναι το μοναδικό πεδίο σύγκρουσης που δίνει στη φαντασία κοινωνική υπόσταση.

Συνήθως δεν έχουν προφίλ με το αληθινό τους όνομα, ακόμη κι αν ξέρουμε καλά ποιοι είναι. Προτιμούν κάτι ποιητικά αόριστες ονομασίες όπως Ειμαρμένη Γόνδολα, γιατί το κόνσεπτ της αυτοπρόσωπης έκθεσης τους ταράζει, τους ξεβολεύει και ενδέχεται να καταστήσει και τους ίδιους θύματα των μεθόδων τους. Άλλωστε, την κοινωνική δικτύωση τη σνομπάρουν όταν αυτή δεν εξυπηρετεί την πατενταρισμένη μιζέρια και την εκ του ασφαλούς επίθεση.

Οχυρώνονται δογματικά πίσω από πολιτικές ιδεολογίες, οι οποίες εν πολλοίς τους παρέχουν άσυλο και ισχυροποιούν (στα μάτια ορισμένων) τα επιχειρήματά τους. Περιβάλλουν, δηλαδή, το μίσος τους με έναν συγκεκριμένο ιδεολογικό μανδύα (όσο πιο δημοφιλής τόσο το καλύτερο), κι έτσι θεωρούν πως δεν καταγράφονται ως haters αλλά ως άτομα με άποψη διαφορετική απ’ τη δική σου. Ακόμα κι αν η γνώμη τους είναι πως είσαι μαλάκας και πρέπει να ψοφήσεις.

Είναι κοινωνικά/επαγγελματικά ανύπαρκτοι. Δεν έχουν στο ενεργητικό τους κανένα επίτευγμα ή έστω κάποια επιτυχία που να ικανοποιεί τους ίδιους αρκετά, ώστε να πάψουν να μισούν όσους -σε αντίθεση με τους ίδιους- αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, τυχαίνει να έχουν κατά το παρελθόν επιδοθεί σε δραστηριότητες τις οποίες τώρα κατακρίνουν, είτε επειδή βγήκαν απ’ το παιχνίδι χωρίς να το θέλουν είτε επειδή εσύ το παίζεις καλύτερα.

Τρέφονται από την αντίδρασή σου. Αν αντιδράσεις άσχημα στις ύβρεις, χαίρονται που σε έφεραν εκεί όπου βρίσκονται και οι ίδιοι ψυχολογικά. Αν αντιδράσεις καλά, ικανοποιούνται που τους έδωσες λίγη σημασία. Ο μόνος τρόπος να τους νικήσεις, είναι να τους αφήσεις να βυθιστούν στη λήθη, χωρίς καμία ανταπόκριση, χωρίς καμία προσοχή.

 

 

 

Άρης Αλεξανδρής

What do you think?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%