,

Suntan: Η επιστροφή του ρεαλισμού στο ελληνικό σινεμά είναι υπέροχη

O Μάκης Παπαδημητρίου στο Suntan, μια ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου

Σε μια χώρα που εντυπωσιάζεται εύκολα από τους μεγαλόσχημους σουρεαλισμούς, το στιλιζαρισμένο χιπστεριλίκι και την πόζα, το Suntan έσκασε απ’ το πουθενά για να γειώσει τις αισθήσεις μας στη βάση του ωμού και αφοπλιστικού ρεαλισμού.

Ο Κωστής, ένας περίεργος λούζερ λίγο πάνω από τα σαράντα, καταφθάνει στην Αντίπαρο για να αναλάβει το πόστο του γιατρού, κι εκεί γνωρίζει μια χίπικη παρέα εικοσάρηδων απ’ την οποία αποκτά μια παράλογη και νοσηρή εξάρτηση. Η υπόθεση που ξεδιπλώνεται είναι μια τρομακτική περιγραφή της μάταιης περιπλάνησης του Κωστή σε αχαρτογράφητους κόσμους, υπό την σκέπη ενός ευφυέστατου, μες στην απέριττη απλότητά του, παραλληλισμού των ανθρώπινων σχέσεων με την επίδραση του ήλιου στο δέρμα. Άλλοι απολαμβάνουν με σύνεση και πονηριές την ακτινοβολία του, και άλλοι απλά καίγονται απροστάτευτοι.

Ο Κωστής είναι ένα δυνατό σύμβολο όλων των ανένταχτων ανθρώπων, των λίγο weird, λίγο ακοινώνητων, λίγο περιθωριακών, που παρ’ ότι έλκονται από τη μαρμαρυγή και το κάλλος της μαζικότητας, αδυνατούν να γίνουν κομμάτι της, γιατί ούτε την κατανοούν ούτε μπορούν να λειτουργήσουν με τους όρους της. Είναι η διαφορετικότητα που δεν μπορεί να αφομοιωθεί, το freak που πνίγεται στο πέλαγος της μοναξιάς του, ο γραφικός, ο αξιολύπητος, ο uncool, η αλλόκοτη παραφωνία που απ’ τον ζήλο της να χωθεί στην αρμονία σκοτώνει τη μελωδία.

Η παρέα των εικοσάχρονων είναι το έμβλημα της δεσπόζουσας κανονικότητας, το πνεύμα της δημοφιλίας και του coolness που επηρμένο και ζαλισμένο απ’ την ομορφιά, την αποδοχή και την προνομιούχα νεότητά του, εγκρίνει μόνο το όμοιο και αποδοκιμάζει ό,τι δεν απορροφά στον διάβα του. Ρισκάρει, απολαμβάνει ηδυπαθώς, χρησιμοποιεί και χρησιμοποιείται, εξαντλεί και εξαντλείται, μαλακίζεται, σιγοψήνεται κάτω απ’ τον ήλιο, αλλά δεν καίγεται. Γιατί στην ουσία είναι ο ήλιος.

Η συμπλοκή των δύο πλευρών στην ταινία είναι μια τυχαιότητα, που όμως αντιπροσωπεύει μια αληθινή νομοτέλεια. Ο αποσυνάγωγος πάντα ονειρεύεται την εύνοια και την προσοχή του περιζήτητου και ισχυρού, κι αν κάποτε τις κερδίσει δεν προτίθεται να τις αφήσει εύκολα. Κι επειδή δεν μπορεί να διαχειριστεί τη δοσοληψία αυτή ψύχραιμα, σαν “κανονικός” άνθρωπος, τα κάνει πάντα μαντάρα.

Το Suntan είναι μια σοκαριστικά ακριβής κι ανάγλυφη αναπαράσταση της ανθρώπινης ατέλειας, αγριότητας, και παραφροσύνης μέσα από ένα γήινο πρίσμα εγγύτητας και καθημερινότητας. Ο φόβος, η φρίκη, η δυστυχία, η απώλεια του ελέγχου και η ακρότητα δεν κυοφορούνται μόνο από πομπώδη δράματα, δεν απαντούν αποκλειστικά σε μυθικών διαστάσεων και φαντασιακές καταστάσεις. Αντιθέτως, όλα τους είναι εντελώς παρόντα στις πιο πεζές εκφάνσεις της πιο κοινής πραγματικότητας, περιμένοντας ένα απλό ερέθισμα για να ξεσπάσουν. Το Suntan δίνει, δηλαδή, ζωή στον λανθάνοντα κίνδυνο που κοιμάται δίπλα μας, τον θρέφει με ανθρώπινα υλικά και τον αφήνει ελεύθερο να καλπάσει, να μας μοιάσει και να μας τρομάξει. Όλα είναι εδώ και είναι από εμάς για μας.

Από τεχνικής άποψης, τα πάντα, από τις λήψεις και την οικονομία του χρόνου μέχρι το art direction και τους διαλόγους, λειτουργούν αρμονικά, σύγχρονα και απολύτως προσφυώς για την εξέλιξη της πλοκής και την απόδοση της ουσίας. Η ματιά του σκηνοθέτη διεισδύει στις λεπτομέρειες, ο ρεαλισμός αποτυπώνεται βιωματικά (και όχι μέσα από κάποια υποκειμενικά στρεβλή αντίληψη του σκηνοθέτη περί πραγματικότητας), οι ηθοποιοί δεν παίζουν – φοράνε τη σάρκα του χαρακτήρα τους, η αισθητική δεν εξιδανικεύεται ούτε κονιορτοποιείται, και το όλο πράγμα μοιάζει σαν κινηματογράφηση real life περιστατικού.

Το πιο ανησυχαστικό στοιχείο του έργου, πάντως, είναι η επίγευσή του: Όλοι ταυτίζονται με αυτό που τους φόβισε περισσότερο, ακόμα κι αν δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Καλά μελετημένο σχέδιο ή ακούσιο mindfuck;


*δείτε εδώ το τρέιλερ

 

Αρης Αλεξανδρής