,

Αντισυστημικότητα: Σκέψεις πάνω στο μεγαλύτερο πολιτικό trend της εποχής

Πήρε χθες το μάτι μου ένα βίντεο στο facebook με την Susan Sarandon να μιλάει για τις αμερικάνικες εκλογές. Ντυμένη σαν μαθητευόμενος μάγος, με περισπούδαστο ύφος, μιλούσε για πολιτική στο BBC με την άνεση της επαναστατημένης εκκεντρικής πλουσίας. Δεν θέλει Τραμπ, δεν θέλει Χίλαρι. Είναι, άλλωστε, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος γι’ αυτήν. Θέλει έναν τρίτο δρόμο, αντικαπιταλιστικό και οικολογικό. Αντισυστημικό, θα λέγαμε. Τι έκπληξη! Κατά σύμπτωση, αυτός είναι και ο δρόμος που δεν θα υπάρξει ποτέ, αλλά που κάθε αγνός ιδεολόγος οφείλει να ονειρεύεται εσαεί, για να δικαιολογεί την αποστασιοποίησή του από την ευθύνη και την άβολη πραγματικότητα που δεν κολακεύει κανέναν. Πόσω μάλλον έναν λαοπρόβλητο σταρ. Γιατί, άλλωστε, να βουτήξεις τα χέρια σου στη λάσπη, όταν μπορείς να σταθείς στην άκρη κι απλώς να ονειρεύεσαι τον παράδεισο κηρύττοντας την αρετή (ενώ το κακό σύστημα βγάζει τη βρωμοδουλειά της επιβίωσής σου);

Πρόκειται για την άνετη πολιτικολογία του ατόμου που μπορεί να υποστηρίξει άφοβα κι ανέξοδα οτιδήποτε, ακριβώς επειδή ξέρει ότι, αν αυτό συμβεί, δεν πρόκειται να υποστεί τις δυνητικά αρνητικές συνέπειές του. Ακούσαμε και στην Ελλάδα παρόμοιες ρητορικές από κάθε λογής και κλίμακας βολεμένους δημοσιολογούντες. Η πολυτέλεια του να ρεμβάζεις ρομαντικά, αγνοώντας το διακύβευμα.

Η Susan οραματίζεται κάποιον σοσιαλιστικό παράδεισο χωρίς ανάλγητες τράπεζες και άπληστους κεφαλαιοκράτες, καθώς τα εκατομμύριά της αβγατίζουν απρόσκοπτα στην ασφάλεια του συστήματος που καταγγέλλει με στόμφο. Δεκάδες facebook friends υπερθεματίζουν αφειδώς, μοιράζοντας το βίντεο υπερήφανοι. Δεν βλέπουν την αντίφαση, δεν εντοπίζουν την αυτοδιάψευση της ουτοπίας. Ωραία τα λέει η Susan, πολύ επαναστατικά. “Επιτέλους κάποιος λέει τα πράγματα με τ’ όνομά τους”. Και δωσ’ του συσπείρωση γύρω απ’ τον ψευδοπροφήτη.

“Ο λόγος που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε”, συνεχίζει η ηθοποιός χρησιμοποιώντας το αγαπημένο τσιτάτο κάθε σύγχρονου πολιτικού διαφωτιστή (που συνήθως αγνοεί και τον ίδιο τον λόγο και το πού τελικά φτάσαμε), “είναι ότι εδώ και χρόνια απλώς ψηφίζουμε τον λιγότερο κακό”. Αυτό πρέπει να αλλάξει, έτσι λοιπόν κι αυτή απορρίπτει και τους δύο βασικούς υποψηφίους, αρνούμενη να κάνει μια τόσο ανήθικη διαλογή. Ο κόσμος ψαρώνει με το επιχείρημα περί κακών και λιγότερο κακών, ανακουφίζεται που η προοπτική του ολικού αφορισμού (είναι όλοι κακοί στο τέλος της ημέρας, μωρέ) αντικαθιστά τεχνηέντως την υποχρέωση προσεκτικής επιλογής σε πλαίσιο ρεαλισμού (αυτούς έχουμε, ας διαλέξουμε έξυπνα), και απογειώνεται μαζί με τη Susan για τον χαρούμενο πλανήτη του ιδανικού. Δεν μας κάνει η πραγματικότητα, άρα φεύγουμε από αυτήν. Σοφή επιλογή αν γράφεις παιδικό μυθιστόρημα, εγκληματική, όμως, αν ασχολείσαι σοβαρά με την πολιτική.

Γιατί στην πολιτική το ιδανικό δεν υπάρχει. Είναι μια όμορφη φαντασίωση, ένα ευγενές κίνητρο για βελτίωση, αλλά δεν αποτέλεσε ποτέ αυτούσια επιλογή, ούτε και πρόκειται. Ουσιαστικά, η πολιτική υπάρχει ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ιδανικό – είναι μία πολυσχιδής διευθέτηση του μη ιδανικού μέσα από διαρκείς και κυρίως δυσάρεστες ρυθμίσεις. Η αντίληψη, όμως, ότι το ιδανικό υπάρχει κι ότι προσεγγίζεται κιόλας, αποτελεί τεράστιο πρόβλημα από μόνη της. Το να αρνείσαι να πάρεις θέση σε ένα δίλημμα απαξιώνοντάς το, είναι απολύτως θεμιτό όταν αυτό αφορά τι φαγητό θα φας το μεσημέρι ή πού θα βγεις το βράδυ. Όταν από αυτό το δίλημμα, όμως, εξαρτάται η ζωή σου, δεν γίνεται να γυρίσεις την πλάτη επειδή οι επιλογές δεν είναι της αρεσκείας σου. Οι επιλογές δεν είναι γαμπροί και νύφες για να μας αρέσουν, είναι αμετάκλητοι όροι της πραγματικότητας που τη συνθέτουν διαζευκτικά. Η έννοια του λιγότερο κακού δεν είναι μεγαλόψυχη παραχώρηση του Σατανά, είναι η κυνική δημοκρατία των ενηλίκων. Σαν το πρωινό ξύπνημα, που είναι μισητό και στις έξι και στις οχτώ το πρωί, αλλά προτιμότερο στις οχτώ. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να το κάνεις.

Η αφελής αναζήτηση του ιδανικού, μαζί με την απέχθεια προς την επιλογή του λιγότερο κακού (και, κατ’ επέκταση, προς τη ρεαλιστική πολιτική), είναι ένα αντιδραστικό τέκνο του πολύ δημοφιλούς στις μέρες μας ιδεολογικού σχήματος της “αντισυστημικότητας”.

Η παντοκρατορία των social media, η ταχύτατη, ζαλιστική τις περισσότερες φορές, διάδοση της είδησης, η πολλαπλή και συχνά άκριτη ερμηνεία της, η σύγχυση άποψης και γεγονότος, το μπέρδεμα πομπού και δέκτη, η υπερπληθώρα προσωπικών κρίσεων, η αυτοπροβολή, η υπερβολή και η αδιάκοπη πάρλα, όλα τους σε ταυτόχρονη κοινή θέα, έχουν δημιουργήσει κάτι παράδοξο: Την αποθέωση της δημοσιότητας και του κοινού τόπου, και την παράλληλη καχυποψία απέναντί τους. Συζητάμε τα πάντα και τους πάντες, αλλά όσο περισσότερο τα συζητάμε τόσο αμφιβάλλουμε γι’ αυτά, τα αμφισβητούμε, και καταληκτικά, τα απορρίπτουμε, υπερφορτισμένοι από την αποθέωση που τους επιφυλάξαμε εμείς οι ίδιοι χωρίς λόγο εξαρχής.

Στο τέλος, πρόσωπα, θεσμοί, πολιτικές και καταστάσεις που τροφοδοτήσαμε και καταναλώσαμε χωρίς σύνεση, τα ξερνάμε σαν αχώνευτο φαγητό. Τα ονομάζουμε “σύστημα”, δίνουμε στο “σύστημα” τη χειρότερη δυνατή συνδήλωση, το ξορκίζουμε, ξεχνάμε ότι αποτελέσαμε κι αποτελούμε μέρος του, κι αντί να το εξυγιάνουμε, μουλαρώνουμε κι επιχειρούμε να θεραπευτούμε με πολιτική ομοιοπαθητική, ελκύοντας δηλαδή το περιθώριο. Τώρα, ό,τι βρίσκεται εκτός πλαισίου λογικής, ό,τι δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα, ό,τι διακηρύσσει τον ανορθολογισμό ως αντίδοτο στον ορθολογισμό, αποτελεί σημαία μας και ελπίδα.

Πολιτικοί που υπόσχονται διαγραφές χρεών αλλά φέρνουν κι άλλα, ηγέτες που εγγυώνται εθνικές σωτηρίες με τείχη κι απομόνωση, ευαγγέλια κατά της διαφθοράς που εξαιρούν τα αδήλωτα εκατομμύρια ορισμένων, εξαγγελίες υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας με επιλεκτική εφαρμογή – κι ένα σωρό άλλες απίθανες κουφότητες νομιμοποιούνται στη βάση της αντιδιαστολής προς το “κακό σύστημα”. Είναι η αντισυστημικότητα: Ένα λανθάνον σύστημα που επιχειρεί να εκδικηθεί το φανερό σύστημα που απέτυχε, μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι είναι κι αυτό ένα ακόμη άρρωστο σύστημα όπως κάθε τι που οργανώνεται και αποσκοπεί σε κάτι με πρόθεση πολέμου. Μια απάτη σε σχήμα φαύλου κύκλου ανοησίας.

Πλέον οι πολιτικοί αρχηγοί επιλέγονται με κριτήριο την τρέλα που πουλάνε, και οι πολιτικές εκτιμώνται ανάλογα με το πόσο ψηλά βρίσκονται στην κλίμακα του εξωφρενικού. Όσο πιο πολύ απέχουν απ’ το σύστημα και το κατεστημένο, τόσο το καλύτερο – ακόμα κι αν στην ουσία είναι τρισχειρότερα. Το χαζό εκλαμβάνεται ως έξυπνο – το έξυπνο ως ύπουλο, το ανεύθυνο ως ελπιδοφόρο – το λελογισμένο ως διεφθαρμένο, το εγκληματικό ως σωτήριο – το νομότυπο ως συγκαλυμμένο έγκλημα. Οι έννοιες και τα ήθη αναποδογυρίζουν για να ταιριάξουν στο αντι-σύμπαν της αντισυστημικότητας.

Πρόκειται, όμως, περί πλάνης. Αρκεί να δει κανείς τι υπόσχονται οι εκπρόσωποι του αντισυστημικού τόξου διεθνώς. Επιστροφή σε ένα ένδοξο, εξιδανικευμένο παρελθόν (make America great again), επαναφορά αξιών που τάχα στερηθήκαμε (αξιοπρέπεια, εθνική κυριαρχία), οικονομική ευμάρεια ως διά μαγείας, ανατροπή του γενικού κι αόριστου κακού με μονομερείς, απλοϊκές κινήσεις, απόσβεση επαχθών υποχρεώσεων, προστασία από εξωτερικούς κινδύνους, τιμωρία εχθρών, γροθιά στο διεφθαρμένο σύστημα. Τα αντισυστημικά οράματα είναι αντιφατικά λαϊκά κλισέ που εξέθρεψε και κατά κόρον εμπορεύτηκε το ίδιο το αυθεντικό σύστημα!

Μέσα στην ψευτοεπαναστατική της παραφορά, η αντισυστημικότητα είναι μια μυθολογία, ένα (πολύ εφετζίδικο, είναι η αλήθεια) τέχνασμα μέσω του οποίου το σύστημα επανεφευρίσκει τον κακό εαυτό του πείθοντας τον κόσμο ότι κάτι άλλαξε χωρίς να ‘χει αλλάξει τίποτα στην ουσία. Ίδιες ποιότητες με πριν κυβερνούν, ίδιες ποιότητες με πριν κυβερνώνται, απλώς το τοπίο καταστροφής και η γενικότερη υποβάθμιση γύρω τους, δίνουν την ψευδαίσθηση ότι προηγήθηκε λυσσαλέος αγώνας.




Άρης Αλεξανδρής