,

The End of the F***ing World: Πολλή πόζα, λίγη αλήθεια

Μια σύντομη κριτική για τη νέα πετυχεσιά του Netflix

The End of the F***ing World, μια σύντομη κριτική της νέας πετυχεσάς του Netflix

Το The End of the F***ing World είναι το πιο πρόσφατο trend του αδιαπραγμάτευτου πια ρυθμιστή της τηλεοπτικής μας ψυχαγωγίας, Netflix. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια στυλιζαρισμένη απεικόνιση του εφηβικού ψυχισμού και mentality, μια γουστόζικη αναπαράσταση γνώριμων κλισέ. Με φλεγματικό χιούμορ, λοιπόν, μετρημένη λανθιμική ψυχρότητα, ονειρικό soundtrack και indie αισθητική βίντεο κλιπ – editorial μόδας, το The End of the F***ing World διηγείται την ιστορία δύο Βρετανών εφήβων με “θέματα”, που αποφασίζουν να δραπετεύσουν απ’ το σπίτι και την πραγματικότητά τους. To σύμπαν του James και της Alyssa ξεδιπλώνεται απολαυστικό. Και εντελώς ψεύτικο.

Το ψέμα της σειράς, βέβαια, δεν έγκειται στο εξωφρενικό σενάριο, στην ιστορία καθ’ εαυτήν. Αυτή δικαιούται να είναι όσο τραβηγμένη θέλει· δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ, άλλωστε, αλλά για μυθοπλασία. Καλοδεχούμενοι, επομένως, οι απίθανοι συνδυασμοί περιστατικών που συμβαίνουν στους δύο επαναστατημένους ήρωες στον κακοτράχαλο δρόμο τους προς την ενηλικίωση(;), καλοδεχούμενες οι κάθε λογής υπερβολές που χρωματίζουν τα οχτώ εικοσάλεπτα επεισόδια της ύπαρξής τους.

Εκεί που η αλήθεια προσβάλλεται όμως, είναι στους χαρακτήρες των ηρώων, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική εφηβεία. Θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι αντιπροσωπεύουν το πώς φαντάζεται την εφηβεία ένας άνθρωπος που απέχει πολλά έτη απ’ αυτήν. Γαμάτη. Στο The End of the F***ing World, η εφηβεία μυθοποιείται ώστε να ταιριάξει στη ρομαντική φαντασίωση που πλάθουν γι’ αυτήν όσοι την αντιμετωπίζουν ως αναμνηστικό θραύσμα και όχι ως βιωμένη κατάσταση. Ωραιοποιείται, διογκώνεται υπαρξιακά, αποκτά κάτι σαν ιδεολογική ταυτότητα, και μοιάζει σα να πασχίζει να γεμίσει τα κενά ενηλίκων που τη νοσταλγούν ως κάτι πιο ελκυστικό απ’ ό,τι ήταν.

O James και η Alyssa έχουν πλάκα ως άτομα, σίγουρα κουβαλάνε μεγάλο όγκο εφηβικού φορτίου (τραύματα, θυμός έναντι πάντων, αναίδεια, επαναστατικότητα), αλλά η πόζα και το ρηχό βάθος της μελαγχολίας τους είναι τόσο “καλλιγραφικά” και υπολογισμένα που δεν πείθουν ότι προέρχονται από εφήβους που αισθάνονται και ζουν. Θυμίζουν μάλλον ενήλικες που υποδύονται εφήβους μαϊμουδίζοντας στερεότυπα. Φλερτάρουν προκλητικά με την καρικατούρα, δηλαδή.

Επιπλέον, παρά το στήσιμο, το ύφος και τη γλώσσα του, το The End of the F***ing World μοιάζει να μην τοποθετείται στο τώρα. Ο James και η Alyssa παρουσιάζονται αποκομμένοι απ’ ό,τι συνέχει σήμερα τους ανθρώπους της ηλικίας τους, ανεπηρέαστοι από τον τρόπο σκέψης και τα μέσα έκφρασης της εποχής. Δεν περίμενα να βγάζουν selfies και να τουιτάρουν προφανώς (γιατί όχι, βέβαια;), όμως το να ζουν το δράμα τους τόσο απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο (που έτσι κι αλλιώς ζει κι αυτός ένα διαρκές δράμα σαν το δικό τους) και ανέγγιχτοι από κάθε δίκτυο επικοινωνίας, δεν είναι ρεαλιστικό και σύγχρονο. Είναι ένας περίεργος αναχρονισμός, που ίσως αποσκοπεί στη χιπστεροποίηση του όλου σκηνικού, αλλά καταλήγει να του στερεί τη λογική και την αληθοφάνειά του. Δεν είναι ούτε σπάνιο ούτε περίεργο να είσαι drama queen, ειδικά σ’ αυτή την ηλικία και εποχή. Το μόνο περίεργο είναι να θεωρείς ότι το drama είναι κάτι εξαιρετικό που αφορά μόνο εσένα. Από πού φύτρωσαν αυτά τα παιδιά;

Αλλά και το ίδιο το δράμα τους έχει ρετρό χαρακτήρα. Σε μια εποχή όπου τα πάντα συμβαίνουν δημόσια, κυνικά και σε αστραπιαίους χρόνους, δυο δεκαεφτάχρονοι που για μέρες περιπλανιούνται μόνοι τους (και άνευ λόγου) στη χώρα, χωρίς να κουνηθεί φύλλο (παρά μόνο στο έσχατο σημείο), φαίνονται βγαλμένοι από άλλη δεκαετία. Το σκηνικό έχει κάτι από Moonrise Kingdom, χωρίς όμως τη δεδομένη vintage γραφικότητα του Wes Anderson. Από ένα σημείο κι έπειτα δε, το coming of age θέμα μετατρέπεται σε ένα είδος Bonnie and Clyde παρωδίας, ευχάριστης στο μάτι, αλλά κάπως corny και ξεπερασμένης. Γιατί πρέπει ένα εφηβικό δράμα να παραπέμπει στο παρελθόν για ν’ αποκτήσει υπόσταση; Γιατί πρέπει να είναι αλλόκοτο για να πείσει;

Το σημείο όπου η Alyssa εγκαταλείπει τον James στο εστιατόριο, ήταν το μόνο στο οποίο διέκρινα αληθινή σύνδεση των χαρακτήρων με την εφηβεία στην κανονική της μορφή (την όχι και τόσο ευπώλητη). Γιατί η παραίτηση, η αποδόμηση και η απάθεια μπροστά σε ό,τι μέχρι πριν λίγο φάνταζε σπουδαίο, συγκεφαλαιώνουν την ουσία της εφηβείας: την αντίφαση και τη ρευστότητα. Εφηβεία είναι να πετάς στα σύννεφα κι έπειτα να πιστεύεις ότι έρχεται το τέλος του γαμημένου κόσμου. Όχι να προκαλείς το τέλος. Το τελευταίο είναι δουλειά των μεγάλων -που τόσο βολικά μεταθέτουν την αυτοκαταστροφικότητά τους στο ακαταλόγιστο παρελθόν τους, μπας και την ομορφύνουν τα νιάτα.

Νομίζω πως, τελικά, το The End of the F***ing World επιδεικνύει υπερβάλλοντα ζήλο στο να δώσει περιεχόμενο και στιβαρότητα σε μια φάση της ζωής που εκ των πραγμάτων στερείται περιεχομένου και στιβαρότητας. Κατασκευάζει ένα μοντέλο μικρομέγαλου (η στιχομυθία -I don’t like my life -So do something με έκανε να ντραπώ με τη δηθενιά της) που σήμερα είναι εντελώς ανεπίκαιρο, γιατί τα πλημμυρισμένα από πληροφορία παιδιά δεν τρέφουν πια (τόσες) αυταπάτες. Στα 17 δεν είσαι γεμάτος. Γεμίζεις. Δεν το σκας απ’ τη χώρα μεθυσμένος από έρωτα. Σκέφτεσαι πόσο τέλειο θα ήταν να το έκανες σε λίγα χρόνια (γνωρίζοντας ότι δεν θα το κάνεις ποτέ). Η σειρά* είναι ένα παλιακούλι love story ενηλίκων, με δούρειο ίππο τη νεότητα. Κι αυτό είναι ok!

*Αξίζει να τη δει κανείς και μόνο για την περσόνα της Alyssa, που με το χιούμορ και το βάθος της θα έστεκε και ως stand-alone πρωταγωνίστρια σε σειρά


Άρης Αλεξανδρής