,

Killing Eve: Η τηλεοπτική ανακάλυψη της σεζόν κι ένας ύμνος στους αντιήρωες

Μια σειρά που θα μας ξαναμάθει μπαλίτσα απ’ την αρχή

Το Killing Eve είναι ένας ύμνος στους αντιήρωες

Έβλεπα προχθές το τελευταίο επεισόδιο του 14ου κύκλου του Grey’s Anatomy (ένας γραφικός εθισμός που επιτρέπω στον εαυτό μου) και δεν μπορούσα με τίποτα να αποσείσω την ντροπή μου για το κατάντημα μιας κάποτε φανταστικής σειράς.

Ένα ημιθανές σενάριο, κατάκοπο παρά τις ετήσιες τονωτικές ενέσεις, ερμηνείες που μυρίζουν σαπούνι από χιλιόμετρα, ξεπερασμένη αισθητική, μηδαμινό βάθος, αλλά το χειρότερο ήταν ένα: η ψευτοεπαναστατικότητά του. Η συνεχόμενη κι εντελώς στημένη χρήση όλων των δημοφιλών μοτίβων της σύγχρονης ακτιβιστικής ατζέντας, υπό μορφή πεφωτισμένου σεναρίου και στρατευμένης τέχνης, που όμως στην πραγματικότητα δεν είναι παρά χυδαίο μάρκετινγκ και επιδεικτικός δικαιωματισμός.

Κάθε δεύτερος χαρακτήρας είναι λεσβία, κάθε τρίτος, μουσουλμάνος, σεξουαλικά σκάνδαλα ξεσπούν από το πουθενά, η πατριαρχία καταγγέλλεται με τις πιο αστείες αφορμές. Ένα ολόκληρο show τρέχει πίσω απ’ ό,τι είναι κοινωνικοπολιτικά trendy ανά εβδομάδα και το μιμείται σαν απελπισμένο παιδάκι που θέλει λίγη από τη δόξα του ειδώλου του. Κι αυτό επιφανειακότατα, εννοείται. Γιατί οι λεσβίες απεικονίζονται σαν στρέητ with a twist, τα σεξουαλικά σκάνδαλα διευθετούνται ως διά μαγείας σα να πρόκειται για μιούζικαλ, η πατριαρχία καταπολεμάται μ’ έναν πομπώδη λόγο TED και χειροκροτήματα, και πάει λέγοντας. Όλοι είναι θύματα, όλοι είναι ήρωες και το κακό ζέχνει φορώντας κέρατα. Το όλο θέαμα αποπνέει τη μίζερη απλοϊκότητα του προβλέψιμου και κραυγαλέου που υποδύεται το σύνθετο και αφυπνισμένο. “Προσέξτε με σας λέω, είμαι πολύ καλό, να, δείτε πόσο όμορφα και πειθαρχημένα συντάσσομαι με ό,τι είναι πολιτικώς ορθό”.

Το Killing Eve είναι μια απροσδόκητη σειρά του BBC America που ξεκίνησε φέτος συνδυάζοντας αριστουργηματικά θρίλερ και κωμωδία, με πρωταγωνίστρια τη Sandra Oh. Ναι, την Christina Young του Grey’s Anatomy. Και είναι όλα εκείνα που θα έπρεπε να είναι μια σειρά σήμερα (και που δυστυχώς έχει πάψει προ πολλού να είναι το, παρηκμασμένο πια, Grey’s Anatomy αλλά και πολλά άλλα σαν αυτό). Γρήγορη, έξυπνη και, κυρίως, αδιάφορη για το πώς θα την προσλάβεις. Δεν επιδιώκει να προκαλέσει συμπάθειες ή να μας πολιτικοποιήσει με το ζόρι, σαν να απευθύνεται σε ασχημάτιστα μωρά. Αντιθέτως, προσφεύγει στην παλιά συνταγή που τόσο λείπει από σινεμά και τηλεόραση τελευταία: Κεντρίζει το μυαλό. Παράγει περιεχόμενο.

Η Villanelle (Jodie Comer) είναι μια πανούργα κι αλλόκοτα ελκυστική ψυχοπαθής που σε συνεργασία με μια σκιώδη οργάνωση κυνηγάει ισχυρούς ανθρώπους και τους σκοτώνει. Η Eve (Sandra Oh) είναι η geeky και πανέξυπνη πράκτορας που έχει βαλθεί να σταματήσει τη Villanelle και να ξεσκεπάσει την οργάνωση που την εργοδοτεί. Ανάμεσά τους δημιουργείται μια ανορθόδοξη σχέση παθιασμένης αντίθεσης που αποτυπώνεται σε ένα μυστηριώδες κυνηγητό ανά την Ευρώπη. Αυτό που παρακολουθούμε είναι ένα εξαιρετικής ποιότητας mind game, μια διαπλοκή χαρακτήρων υψηλού αισθητικού κι ερμηνευτικού επιπέδου, που ως σύνολο υμνεί ένα πράγμα: τους αντιήρωες. Κι αυτό είναι τέλειο για δύο λόγους.

Πρώτον, επειδή από πλευράς τέχνης, έστω και τηλεοπτικής, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η εκδίπλωση αληθινών -κι αυτό θα πει περίπλοκων και συχνά άχαρων ή αντιφατικών- προσωπικοτήτων. Η ανάλυση, δηλαδή, ατόμων που δεν εμφανίζονται ως μονόπλευρες απεικονίσεις του καλού ή του κακού, αλλά ως συνθέσεις. Και όχι ιδανικές συνθέσεις, αλλά προβληματικές ή και απεχθείς.

Η Eve δεν ρισκάρει τη ζωή της για το καλό της ανθρωπότητας ή για να εκπληρώσει κάποιο μεγαλεπήβολο πεπρωμένο. Αντιθέτως, κυνηγάει μια δολοφόνο για να δώσει νόημα σε μια κατά τ’ άλλα βαρετή και μέτρια καθημερινότητα. Eν μέρει, όμως, το κάνει κι από έπαρση. Επειδή πιστεύει ότι μπορεί να το κάνει, και άρα το οφείλει στον εαυτό και τη διάνοιά της. Επειδή κρίνει ότι οι ικανότητές της μπορούν να σηκώσουν κάτι πιο επικίνδυνο και πνευματικά απαιτητικό από τη γραφειοκρατική δουλειά που έκανε μέχρι πρότινος στην MI6. Σα να μου φαίνεται μερικούς τόνους πιο φεμινιστική αυτή η σκοπιά από τα περισσότερα φεμινιστικά μηνύματα σε τηλεόραση και κινηματογράφο αυτή τη στιγμή, που περιορίζονται σε εξυπνάδες και παλιακές μάχες φύλων.

Αντίστοιχα, η Villanelle δεν είναι μια σκοτεινή villain που (κατά τα συνήθη σεναριακά κλισέ) απεργάζεται τον αφανισμό των εχθρών της. Ούτε, βέβαια, κρύβει έναν παρεξηγημένο άγγελο μέσα της, που θα αποκαλυφθεί στα συγκινημένα μάτια μας όταν κάποιος της δώσει το χέρι για να τη βοηθήσει να παλέψει με τους δαίμονές της. Είναι απλώς ψυχοπαθής. Με αυξημένη νοημοσύνη και εξαιρετικό χιούμορ, βέβαια, αλλά ψυχοπαθής. Και η κατάστασή της εγγράφεται χωρίς ωραιοποιήσεις, όπως και του Dexter κάποτε. Μια απρόβλεπτη δύναμη της φύσης χωρίς στρατόπεδο.

Οι αντιήρωες όμως έχουν σημασία και σε κοινωνικό επίπεδο. Σε μια παγκόσμια συγκυρία που σε θέλει ή να θεοποιείς ή να αποκηρύσσεις πρότυπα, διαφορετικά θεωρείσαι ανύπαρκτος, το Killing Eve επιλέγει θαρρετά την “ανυπαρξία” (στο facebook έχει μόλις 20k likes, τι σκάνδαλο! Ίσως αν πούλαγε λίγο me too και προσφυγικό δράμα να τα πήγαινε καλύτερα). Όμως αυτή η απόσταση απ’ ό,τι θεωρείται τρέχουσα επικαιρότητα, είναι το εισιτήριό του για το μέλλον. Γιατί διαχρονικός δεν γίνεσαι αναμασώντας το επίκαιρο με φωνές και κακό, αλλά αφομοιώνοντάς το βιωματικά. Κάνοντας τη δουλειά σου σωστά, ενήμερος για όσα συμβαίνουν γύρω σου.

Η δουλειά, λοιπόν, έγινε απολύτως σωστά στο Killing Eve. Και οι ερμηνείες είναι για masterclass, από τη βιρτουόζα Jodie Comer που παίζει στα δάχτυλα χοντροκοπιά και λεπτότητα, μέχρι την Sandra Oh που μπορεί να κάνει τα πάντα με αυτό το πρόσωπο και τη φλεγματική Fiona Shaw που οκ, είναι η Fiona Shaw. Η σειρά βλέπεται ως αντίδοτο στην κουραστική επαναληπτικότητα που μας κατακλύζει απ’ όλες τις μεριές, και ως ελπίδα πως το άμεσο μέλλον θα ‘ναι λιγάκι πιο ενδιαφέρον κι απαλλαγμένο απ’ τις παιδικές ασθένειες του τώρα.


Άρης Αλεξανδρής