,

Γιατί είναι η ελληνική τηλεόραση τόσο κακή;

Μερικές σκέψεις πάνω σ’ ένα Μέσο που μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης

Ελληνική τηλεόραση: Το μέσο που επιβιώνει παρακμάζοντας

Δεν είμαι από τους δογματικούς πολέμιους της ελληνικής τηλεόρασης, που την κράζουν αυτοματικά λες και η αποδοκιμασία χαρίζει πόντους στη δική τους ηθική υπεροχή. Ξέρω κι εγώ απ’ έξω ατάκες από παλιές ελληνικές σειρές, έχω συνδέσει κι εγώ βιώματα με μουσικά σήματα από την κλασική της αρχαιότητα. Θα έλεγα ότι διάκειμαι με ευγενική ουδετερότητα απέναντί της. Κάθε χρόνο όμως με εκπλήσσει από την αρχή το πόσο κακή είναι. Αλήθεια, πώς γίνεται να είναι τόσο επίμονα ανεπίδεκτη προόδου;

Τις προάλλες, άναψα την τηλεόραση για να ‘χει φόντο το βραδινό μου, κι έπεσα πάνω σε μια νέα σειρά του αντ1. Νομίζω τη λένε Επιστροφή. Δεν υπάρχουν λόγια για την αμηχανία, την αφοπλιστική κατάπληξη που μου προκάλεσε. Ήταν σα να βλέπω απροβάριστη σχολική παράσταση με τηλεοπτική κάλυψη. Κακοί ηθοποιοί εκτός τόπου και χρόνου να μιλάνε με βλακώδη στόμφο σαν να απαγγέλλουν ποίημα, κείμενο επίσης εκτός πραγματικότητας λες και γράφτηκε από άνθρωπο που αγνοεί πώς μιλάνε οι άνθρωποι, σκηνοθεσία στουντιακή σαν δελτίου ειδήσεων. Το όλο θέαμα ήταν ολόπλευρα εσφαλμένο με έναν θλιβερά ερασιτεχνικό και ανεπίκαιρο τρόπο. Παρωδία χωρίς χιούμορ. Πώς είναι δυνατόν να συντελέστηκε μια ολόκληρη παραγωγή χωρίς κανείς να προσέξει ότι είναι απαράδεκτη με κάθε σύγχρονο κριτήριο;

Εντύπωση μου προκάλεσε και το Greece’s Next Top Model. Δεν είχα κάποια υψηλή πολιτιστική απαίτηση από ένα reality, παρ’ όλα αυτά, κρίνοντάς το αυστηρά γι’ αυτό που είναι, βρήκα παράξενη την άγνοια των ίδιων των συντελεστών του για το πού βρίσκονται. Από τους κριτές που δεν ξέρουν να κρίνουν μέχρι τις διαγωνιζόμενες που δεν ξέρουν να κρίνονται, το σόου θυμίζει ξένο ρούχο φορεμένο στο λάθος άτομο. Παραμένει διασκεδαστικό, βέβαια, όπως κάθε τι εύπεπτο που παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά – αλλά δεν παύουν να προξενούν απορία φαινόμενα όπως η κριτής-μοντέλο για την οποία δεν υπάρχει κανένα διαθέσιμο στοιχείο πως έχει οποιαδήποτε καριέρα και ο “έμπειρος φωτογράφος” που κοροϊδεύει(!) υποψήφιο μοντέλο για τη μύτη και τα αφτιά του σαν πρωτάρης που δεν έχει αναλάβει ποτέ πριν την ευθύνη της κριτικής. Ήταν άραγε τόσο δύσκολο οι θέσεις να πληρωθούν από άτομα κατάλληλα για τον ρόλο που επιτάσσει το φορμάτ της εκπομπής;

Η διαχείριση του θανάτου του Ζακ από δελτία κι εκπομπές ήταν η αχρείαστη απόδειξη πως ένα Μέσο που δυσκολεύεται στα ελαφρά δεν μπορεί παρά να τα θαλασσώσει στα βαριά και σύνθετα. Ένας νέος, νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, η αστυνομία έκθετη για ακόμη μία φορά, η (ευεπίφορη) κοινή γνώμη σε βασανιστικό αναβρασμό, κι όμως η Τατιάνα Στεφανίδου έκρινε σκόπιμη τη διενέργεια ψηφοφορίας ώστε να αποφασιστεί από τον σοφό λαό αν οι κλοτσιές που έφαγε ένας άνθρωπος λίγο πριν καταλήξει, ήταν δικαιολογημένες ή όχι. Προφανώς, δεν μπορείς να απαιτήσεις σεβασμό στον νεκρό από κάποιον που δεν τον αισθάνεται. Η ηθική δεν εμφυσάται με το ζόρι. Τακτ, όμως; Μια κάποια αίσθηση δεοντολογίας;

Αναζητώντας τους υπαίτιους της τηλεοπτικής παρακμής (αν και δεν ξέρω κατά πόσο είναι δόκιμο να αποκαλούμε παρακμή μία παγιωμένη κατάσταση), το πιο εύκολο και, φυσικά, καθόλου εσφαλμένο, είναι να κατηγορήσουμε το κοινό. Με τη ζήτησή του, αυτό ορίζει το είδος της προσφοράς. Αν δεν ηδονιζόταν με διχασμούς και ανηλεή κανιβαλισμό, αυτοί δεν θα παράγονταν σε τόσο μεγάλη συχνότητα και ένταση. Με λίγα λόγια, το τηλεοπτικό θέαμα αντικατοπτρίζει το ήθος και την αισθητική του αποδέκτη του. Το παραμύθι περί κακών Media που εκμαυλίζουν τους αγνούς τηλεθεατές/αναγνώστες χρεοκόπησε μαζί με τη χρεοκοπία μεγαθηρίων (Κωστόπουλου, ΔΟΛ, κ.ο.κ.) την οποία, ω του θαύματος, δεν ακολούθησε κάποιος διαφωτισμός των μαζών. Μείναμε όσο ανάξιοι ήμασταν.

Νομίζω όμως, ότι το κλίμα έχει πια ωριμάσει αρκετά, για να αγγίξουμε τους αφανείς υπαιτίους της τηλεοπτικής σήψης, τους οποίους για κάποιο λόγο κανείς δεν σχολιάζει, ακόμη και τώρα που έχουν χάσει αρκετή από την εξουσία τους. Είναι οι “διευθυντάδες”. Την ώρα που σε άλλες χώρες (και, συγκεκριμένα, σ’ εκείνες που μιμούμαστε) κάθε βιομηχανία που σχετίζεται με το θέαμα και την ποπ κουλτούρα, εμπιστεύεται νεότερες γενιές στην κατάστρωση στρατηγικής και τη δημιουργία περιεχομένου, στην Ελλάδα διατηρούμε μια παθολογική αγάπη για τα ιερά τοτέμ της γερουσίας. Τα αλαζονικά γεροντοπαλίκαρα με τα πούρα και τις παρωχημένες εμπνεύσεις, που γίνονται καθημερινά ρόμπα από παιδιά που καινοτομούν από τον καναπέ τους.

Στην Ελλάδα, ακόμα κι όταν η αισθητική ή τα επιμέρους στοιχεία ενός τηλεοπτικού προϊόντος είναι φαινομενικά σύγχρονα, ακόμη κι όταν η ομάδα που δουλεύει πάνω του είναι συντονισμένη με τις διεθνείς τάσεις, το τελικό ΟΚ δίνεται (ή δεν δίνεται) από εκείνον που παραμένει καθηλωμένος στα ’90s, εκείνον που έχει σταματήσει να παρακολουθεί τον δυναμικό διάλογο ιδεών – κι απλώς ασκεί εξουσία ως ο αρχαιότερος της επετηρίδας. Στη χώρα μας, για κάθε μεγαλόπνοο σχέδιο υπάρχει κι από ένα ρυτιδιασμένο πνεύμα πίσω από ένα γραφείο, που καπνίζοντας αρειμανίως θα γδύσει το σχέδιο από κάθε ομορφιά μέχρι να το κάνει σαν τα μούτρα του.

Η ελληνική τηλεόραση κατακλύζεται από προγράμματα που προκαλούν ντροπή επειδή στην ουσία της δεν εξελίσσεται. Και δεν εξελίσσεται γιατί τελεί υπό κατάληψη από ανθρώπους που έχουν πάψει να εξελίσσονται οι ίδιοι. Το ισόβιο διευθυντιλίκι, η επιφανειακή ανάγνωση της επικαιρότητας, η υποτίμηση της προόδου και η εφαρμογή αρχαϊκών μεθόδων ως δοκιμασμένης θεραπείας για τα πάντα (“το κοινό θέλει αυτό…”, “ο Έλληνας θέλει εκείνο…”) είναι μερικές από τις ρίζες του Μέσου, που το κρατάνε στερεωμένο σε μια πεισιθάνατη παράδοση, τη στιγμή που το ζητούμενο είναι να πετάξει μακριά από αυτή.

Πολλές φορές αναρωτιόμαστε γιατί ο υπόλοιπος κόσμος μοιάζει να προοδεύει ενώ εμείς παραμένουμε στάσιμοι. Είναι τα λεφτά; Είναι το ταλέντο; Τι μας διαφοροποιεί; Η αλήθεια είναι ότι, με τα καλά και τα στραβά του, ο υπόλοιπος κόσμος προχωράει γιατί λαχταρά το μέλλον του περισσότερο απ’ όσο εκστασιάζεται με το παρελθόν του. Και στην Ελλάδα, το παρελθόν μάς ορίζει όπως το σκοτάδι τη νύχτα.

Άρης Αλεξανδρής