, ,

59ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Queer Cinema και Νοσταλγία

Άραγε θα σταματήσει ποτέ να σε καταλαμβάνει δέος όταν βλέπεις τη Στρέλλα;

Αφιέρωμα στο Ελληνικό Queer Cinema έκανε φέτος το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης

Έχει πάντα ενδιαφέρον να επιστρέφεις σε έργα από το παρελθόν και να τα επανεξετάζεις με περισσότερη προσοχή, γνώση και κατανόηση απ’ ό,τι την πρώτη φορά που τα είδες. Και ό,τι συνάγεις απ’ όλο αυτό εννοείται πως δεν αφορά μόνο την τέχνη αλλά κι εσένα τον ίδιο (ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό). Μια τέτοια ευκαιρία μου έδωσε το αφιέρωμα του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο Ελληνικό Queer Cinema.

Θα είμαι ευθύς. Κουβαλάω γενικά μεγάλη καχυποψία για το genre και αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό κάθε ταινία που τοποθετείται κάτω από την ομπρέλα του queer. Η θεματική φέρει τόση συναισθηματική και πολιτική φόρτιση που ένα απλό παραπάτημα (αισθητικό, σκηνοθετικό, κειμενικό), είναι ικανό να φτηνύνει το αποτέλεσμα και να εκτρέψει καταστροφικά την πορεία του έργου. Όταν καταπιάνεσαι με σημαντικά πράγματα όπως είναι η συνολική υπαρξιακή συνθήκη μειονοτήτων και οι επιμέρους πτυχές της, οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες και ο κίνδυνος έκπτωσης σε μελό ή διδακτισμό, μεγάλος.

Όμως το Queer Cinema είναι από τα είδη τέχνης που ως τρόπον τινά στρατευμένο, πρέπει να υπάρχει, ανεξαρτήτως γούστου κι επιτυχίας, γιατί έχει ανθρωπιστικό σκοπό και πολλή δουλειά να κάνει για να τον πετύχει. Με αυτό το σκεπτικό, παρακολούθησα κάποιες από τις ταινίες του queer αφιερώματος κι έκανα μερικές αναδρομικές σκέψεις:

Στρέλλα

Μερικοί σκηνοθέτες απλώς κουμπώνουν πάνω στο μυαλό σου σαν κλιπάκια, γιατί ο τρόπος που δείχνουν να αντιλαμβάνονται και ν’ αποκωδικοποιούν τον κόσμο εφάπτεται με τον δικό σου. Κάτι τέτοιο μου συμβαίνει με τον Κούτρα. Η Στρέλλα, την οποία είδα ξανά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σχεδόν δέκα χρόνια από την κυκλοφορία της, ήταν ένα από τα πιο συγκλονιστικά θεάματα που έχω δει γενικά στο σινεμά. Και η τελευταία προβολή το επιβεβαίωσε. Ο βασικός λόγος είναι ένας: το γεγονός ότι αντιμετωπίζει το queerness, την ιδιότητα του σεξουαλικά/ταυτοτικά αποκλίνοντος από το σύνηθες, με αμεροληψία. Δεν τη δαιμονοποιεί σαν καταραμένο/ ρομαντικό ψεγάδι ούτε την εξιδανικεύει ως δείγμα συναρπαστικού εξωτισμού. Είναι αυτό που είναι, κάτι που συμβαίνει ανέλεγκτα και είναι ok. Δώρο ή ελάττωμα την κάνουν μόνο οι συνθήκες.

Η ιστορία της Στρέλλας είναι μία μεταμοντέρνα εκδοχή αρχαίας τραγωδίας. Ένα πλέγμα σουρεάλ απιθανοτήτων, συντριπτικών συμπτώσεων, ατυχιών, οικογενειακού δράματος, μικροαστικής νοσηρότητας, υπαρξιακών πόνων. Η εξωφρενική της υπόθεση είναι ένα έξυπνο μέσο για να χωνέψουμε τα επιμέρους εξωφρενικά κομμάτια της, χωρίς να φέρουμε αντίρρηση. Το “μεγάλο ψέμα” λειτουργεί ως όχημα, δηλαδή, για να μπουν στη ζωή μας μικρές αλήθειες-ταμπού που διαφορετικά δεν θα τους επιτρέπαμε την είσοδο. Αυτή ήταν και η ασύλληπτη επιτυχία της άλλωστε, που αποδείχθηκε από τον τρόπο που η Μίνα Ορφανού άλωσε τη mainstream σφαίρα μετά την ταινία.

Το σημαντικότερο κομμάτι της όμως, ήταν το τέλος της: Ό,τι κι αν συμβεί, όσα κι αν έχεις περάσει, όποιον τρόπο κι αν έχει βρει η ζωή να σε κάνει να σιχαθείς το πετσί σου, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Ότι συνεχίζεται. Κι αν συμφιλιωθείς με αυτή την αλήθεια χωρίς γκρίνιες, είσαι πια ένας μικρός σοφός. Και σου αξίζει να ζεις γιατί επιβίωσες!

 

Η Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά

Όποιος θυμάται αυτή την ταινία ως διασκεδαστικό cult διαμάντι, θυμάται πολύ καλά. Όποιος την έχει στο μυαλό του μόνο ως διασκεδαστικό cult διαμάντι, έχει χάσει τη μισή της ουσία. Γιατί η ιστορία ενός ημιανθρώπινου-ημιεξωγήινου μουσακά τεραστίων διαστάσεων που περιδιαβάζει στους δρόμους της Αθήνας προκαλώντας τρόμο και ξεσηκώνοντας τα πλήθη, υπήρξε το πιο σουρεαλιστικά εύστοχο σχόλιο που διατύπωσε στην πρόσφατη ιστορία του ο ελληνικός κινηματογράφος για τη νεοελληνική κουλτούρα και τον παρακμιακό μοντέρνο άνθρωπο. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, η ζωή στην Ελλάδα είναι ένας παραλογισμός που θυμίζει ανησυχητικά πολύ τα μοτίβα της ταινίας.

Έχει ιδιαίτερη αξία να σταθεί κανείς σε μια μικρή-μεγάλη λεπτομέρεια του έργου: το χιούμορ. Το queer πνεύμα της Τάρας (ο ρόλος του καταπληκτικού Γιάννη Αγγελάκη), αυτό το μεταξύ άλλων αυτοσαρκαστικό δαιμόνιο αποδόμησης, αποτελεί τη βάση της σημερινής σχολής χιούμορ που δεσπόζει σε social media και ευρύτερο ίντερνετ, και διαδίδεται υπό μορφή memes, tweet και status update. Ό,τι κάποτε θεωρούνταν ως η κατ’ ευφημισμόν τσαχπίνικη μορφή έκφρασης μίας υποκουλτούρας, καλής μόνο για να γελάμε εις βάρος της, εξελίχθηκε στο απόλυτο mainstream, αφομοιώθηκε από τις μάζες ακουσίως μες στα χρόνια και οι περισσότεροι δεν έχουν ιδέα από πού προήλθε. Η επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά αποτελεί ίσως ένα παράδειγμα του πώς το Queer Cinema έχει πέσει θύμα ενός ιδιότυπου cultural appropriation, ενώ παράλληλα το φινάλε του δίνει και την (αφ’ υψηλού) απάντηση στην ιδιοποίηση αυτή: Δεν τρέχει τίποτα. Η ζωή και πάλι συνεχίζεται, ακόμη κι αν το φαγητό σου προσπαθεί να σε φάει.

 

Γαλάζιο Φόρεμα

Όπως είπα και στην αρχή, κάποια πράγματα είναι σημαντικά, ανεξάρτητα από το αν σου αρέσουν ή όχι. Για μένα, το Γαλάζιο Φόρεμα είναι ένα από αυτά. Η ταινία δεν μου άρεσε. Κατά την προβολή της στο Φεστιβάλ ένιωσα πολλές φορές άβολα για όλους τους λάθος λόγους. Το παίξιμο είναι υπερβολικό και θεατράλε, το συναίσθημα εκβιαστικό, η σκηνοθεσία πομπώδης και ενοχλητικά επιτηδευμένη. Όλο το έργο μού μοιάζει με δημιουργία που προσπαθεί πολύ και θέλει ακόμη περισσότερο να φανεί σπουδαία, χωρίς να είναι.

Όμως η ταινία είναι σημαντική. Επειδή η αποτύπωση της ποτισμένης με πολύ δάκρυ, διαδρομής ενός διεμφυλικού ατόμου στη ζωή είναι από μόνη της και σε κάθε περίπτωση ένας άθλος, ακόμη κι αν δεν είναι απολύτως επιτυχημένη. Το Γαλάζιο Φόρεμα απηχεί ένα δράμα πιο διαδεδομένο και πραγματικό απ’ ό,τι μας αρέσει να πιστεύουμε, που περιέχει περισσότερη βιωματική αλήθεια από άλλες ταινίες σπουδαιότερες από αυτό. Κι ακριβώς εκεί έγκειται η αξία του.

 

I Am Gay

Στις αντιδημοφιλείς αλήθειες της ζωής που είθισται να αγγίζονται μόνο ακροθιγώς, συγκαταλέγεται και ο σημαντικός ρόλος της οικογένειας στα τραύματά μας και τη διαιώνισή τους. Πρόκειται για ένα ακόμη θέμα που η τέχνη τολμά μεν να ανατάμει, αλλά όταν το κάνει, συνήθως υπερβάλλει χάριν εντυπωσιασμού, με αποτέλεσμα η αλήθεια να ξεγλιστράει απ’ το πλάι και να χάνεται. Η μικρού μήκους ταινία I Am Gay, επιστρατεύει επιτυχώς το χιούμορ και αρκετά διεισδυτικά φανερώνει την αλήθεια αυτή.

Τι θα πάθουν οι γονείς αν μάθουν ποιος είσαι στην πραγματικότητα; Τι θα πάθουν τ’ αδέρφια; Τι θα πει ο κόσμος; Θα τους απογοητεύσεις; Θα τους εξοργίσεις; Θα σου επιτεθούν, θα σε απαξιώσουν; Μήπως αν μάθουν την αλήθεια, θα πάθουν ανεπανόρθωτο κακό; Στην πραγματικότητα τα πάντα μπορούν να συμβούν. Όμως καμία ζημιά δεν συγκρίνεται με τη ζημιά και την αδικία που επισύρει στον εαυτό του όποιος καταπιέζεται για χατίρι των άλλων. Στο τέλος της ημέρας, καμία από τις παραπάνω ανησυχίες δεν έχει σημασία. Όποιος εξαρτά την ηρεμία του από το ψέμα, είναι καταδικασμένος ισοπεδωθεί κάποια στιγμή απ’ την αλήθεια. Και θα φταίει μόνο αυτός.

 

Άρης Αλεξανδρής


Μεγάλος Χορηγός του 59ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που έχει αναδειχθεί σε έναν από τους δημοφιλέστερους κινηματογραφικούς θεσμούς της Ευρώπης, είναι η COSMOTE TV.