,

Ας το παραδεχτούμε, το Black Mirror: Bandersnatch είναι μια ρετροφουτουριστική βλακεία

Η ταινιοποίηση του Black Mirror ήταν ένα αποτυχημένο πείραμα

Bandersnatch: η ταινιοποίηση του Black Mirror

Ρομπότ, τεχνητή νοημοσύνη, social media, το Black Mirror έχει εξερευνήσει ανά σεζόν κάθε πτυχή σύγχρονης κι απώτερης τεχνολογικής εξέλιξης, πάντα με το δυστοπικό φίλτρο που η ραγδαία αυτή εξέλιξη δικαιολογεί. Τα ακραία σενάρια είναι παραπάνω από εύλογα (και εύστοχα πολλές φορές) αν σκεφτεί κανείς τις αυξημένες πιθανότητες να πάει κάτι στραβά. Κάτι το ανεξέλεγκτο facebook, κάτι η παντοδύναμη google, κάτι οι κρυφοί πράκτορες που φέρουμε πάνω μας υπό μορφή κινητού τηλεφώνου, όλοι λίγο-πολύ αναρωτιόμαστε πού και πού τι θα γινόταν αν…”. Και το Black Mirror κάνει γενικά καλή δουλειά στο να πλάθει απαισιόδοξες εκδοχές. Με το Bandersnatch, όμως, τα σκάτωσε.

Αυτή τη φορά, το niche διαμάντι του Netflix καταπιάστηκε με το διαδραστικό θέαμα -συμπεριλαμβανομένων των φιλοσοφικών/κοινωνιολογικών του προεκτάσεων-, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να ορίσουμε εμείς την εξέλιξη του έργου, επιλέγοντας ανά τακτά διαστήματα την επόμενη κίνηση του πρωταγωνιστή. Ο Stefan είναι ένας νεαρός σχεδιαστής ηλεκτρονικών παιχνιδιών με τραυματικό παρελθόν (φυσικά) κάπου στα 80s (φυσικά), που επιχειρεί να προγραμματίσει ένα video game με πολλαπλές διαστάσεις. Κάπου στην πορεία, χάνει τον εαυτό του στις πολλαπλές διαστάσεις της δικής του πραγματικότητας – κατάσταση την οποία υποδαυλίζουμε κι εμείς ως θεατές διαλέγοντας τις κινήσεις του. Τι να κάνει μετά ο Stefan; Να καταστρέψει τον υπολογιστή του ή να ξεσπάσει στον πατέρα του; Εμείς αποφασίζουμε. Μην τα πολυλογούμε, όμως, το πείραμα δεν πέτυχε για κανέναν.

Γιατί, προκειμένου να έχει οποιοδήποτε νόημα η συμμετοχή μας σε ένα θέαμα, πρέπει το θέαμα αυτό να έχει κάποιο νόημα από μόνο του. Και το Bandersnatch δεν έχει. Η ιστορία, όπου κι αν την οδηγήσει κανείς, είναι βαρετή. Γιατί να με νοιάζει αν και πώς θα ολοκληρώσει το παιχνίδι του ο Stefan, σε τι ψυχολογική κατάσταση βρίσκεται ή ποιοι και γιατί θα επιζήσουν δίπλα του, αν δεν μου έχει δώσει το σενάριο έναν λόγο για να με νοιάζει; Το Bandersnatch μοιάζει λίγο με ρεμβασμό φιλόδοξου τεμπέλη. Φαντάζεται πως θα αλλάξει τον κόσμο, είναι βέβαιο πως μπορεί να το κάνει, και στο μεταξύ δεν έχει τίποτα άλλο να επιδείξει πέρα από τον ευσεβή του πόθο. Περιμένει να κάνουμε μόνοι μας όλη τη δουλειά χωρίς να χτίσει τίποτα, πέρα από μερικές καλογυρισμένες σκηνές και γοργό μοντάζ. Πού είναι η ουσία;

Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιδέα, σε πολύ αρχικό στάδιο, χωρίς συνοχή, και με πολλά ποδάρια που περιμένει να της τα γαργαλήσουμε εμείς, μπας και γίνει κάτι. Αλλά, μαντέψτε. Δεν γίνεται. Επειδή η διαδραστικότητα είναι χωλή όταν είναι προκάτ! Γιατί να μας ενδιαφέρουν δυο-τρία διαφορετικά φινάλε από τη στιγμή που είναι προσχεδιασμένα; Για την ποικιλία; Συγγνώμη, αλλά ποικιλία έχουν και οι ήχοι του χασμουρητού. Το Bandersnatch, παρ’ όλη την πληθωρικότητα που φαντασιώνει πως διαθέτει λόγω των κατευθύνσεων που τάχα μπορούμε να του δώσουμε με το χειριστήριό μας, είναι πιο απλοϊκό από την απλοϊκότερη συμβατική σειρά. Κι αυτό, γιατί όλες του οι κατευθύνσεις μαζί ή καθεμία χωριστά ή οι καλύτερες συνδυασμένες, δεν είναι αρκετές για να συνθέσουν ένα ικανοποιητικό όλον. Όχι, δεν είναι ότι δεν το καταλάβαμε. Είναι ότι σε κάθε περίπτωση μοιάζει ημιτελές και ερασιτεχνικά λίγο. Στο τέλος κάθε τροπής δεν μένεις μουδιασμένος. Απλώς ψελλίζεις ε και;

Πέρα όμως από την πλάνη της διαδραστικότητας, που στην ουσία δεν είναι αυτό που υπόσχεται (αν ήταν, θα ήταν ριάλιτι μάλλον), και το αδύναμο στόρι που πασχίζει να κάνει μια δήλωση και να προκαλέσει κάποιο πολιτισμικό σοκ αλλά πνίγεται στα σάλια του, το Bandersnatch είναι και πρακτικά δυσλειτουργικό. Κανείς άραγε δεν σκέφτηκε ότι η συμμετοχή προϋποθέτει από μόνη της μια σπορτίφ ιδιότητα που οι χρήστες του Νetflix προστρέχουν στο Νetflix ακριβώς για να καταπνίξουν; Έπειτα, το Bandersnatch φαντάζει σαν άτεχνη διαφήμιση της ίδιας της πλατφόρμας. Η εκδοχή που θέλει τον πρωταγωνιστή να ενημερώνεται πως τον παρακολουθούμε από το Netflix (!) δεν είναι ιδιοφυής εγκιβωτισμός και διάδραση, είναι αλαζονεία, το “πέρασε και δεν ακούμπησε” του εντυπωσιασμού με το ζόρι. Γιατί κολλάει στο σημείο εκείνο και δεν προχωράει παρακάτω. Η ιδέα δεν αναπτύσσεται, δεν οδηγεί σε κάποια αποκάλυψη -στο είδος εκείνο της ψαρωτικής αποκάλυψης που ίσως κινούσε τη σκέψη μας λίγο έξω από τα όρια του streaming- αλλά καταλήγει κωμική αυτοαναφορικότητα, αβαθής σαν εύρημα από show της Ρούλας Κορομηλά.

Στις περισσότερες τελικές εκδοχές της πλοκής, το video game του Stefan λαμβάνει κακές έως χλιαρές κριτικές. Θεωρείται ανέτοιμο, όχι αρκετά δουλεμένο. Απορώ πώς οι συγγραφείς του  Bandersnatch δεν είδαν την ειρωνεία, γιατί αυτό ακριβώς συνέβη με την ταινία τους. Ήθελε περισσότερη δουλειά.

Δεν ξέρω πώς είναι η επαναστατική τηλεόραση, κανείς δεν ξέρει μέχρι αυτή να φέρει την επανάσταση. Είμαι σίγουρος, όμως, πως ξέρω με τι δεν μοιάζει. Κι αυτό είναι με τηλεόραση που δείχνει να θέλει την επανάσταση περισσότερο απ’ όσο αποδεικνύει πως την μπορεί.


Άρης Αλεξανδρής