,

Leaving Neverland: Τι έμαθα από το πιο σοκαριστικό ντοκιμαντέρ της χρονιάς

Κατάδυση τεσσάρων ωρών στον νοσηρό ψυχισμό του Michael Jackson

Leaving Neverland: Το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ του HBO για τον Michael Jackson

Ξεκίνησα να βλέπω το Leaving Neverland με αναμενόμενη καχυποψία. Εικοσιέξι χρόνια μετά την πρώτη καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης κατά του Michael Jackson, η ανακίνηση του θέματος για πολλοστή φορά μού φάνηκε σαν μια ακόμη απόπειρα αρμέγματος της αγελάδας των εκατομμυρίων και της δημοσιότητας. Ο Michael Jackson πλέον νεκρός άρα ακίνδυνος, το θέμα της παιδοφιλίας διαχρονικά ανατριχιαστικό, τα χρήματα πολλά, και η πολιτική ορθότητα στο φόρτε της, ευνοώντας κάθε λογής δίωξη χωρίς αποδείξεις. Αρκεί μία καταγγελία με πειθώ, λοιπόν, για να ξεσπάσει μια έκρηξη εντυπώσεων, οργής και κανιβαλισμού με τον μανδύα της δικαιοσύνης που τάχα άργησε αλλά επιτέλους αποδίδεται. Δυστυχώς όμως, το Leaving Neverland είναι κάτι πολύ πιο επώδυνα αληθινό από αυτό.

Ο Wade Robson και ο Jimmy Safechuck ήταν 7 και 10 ετών περίπου όταν γνώρισαν τον Michael Jackson, έναν άνθρωπο που σύμφωνα με όσα καταμαρτυρούν, τους κακοποίησε σεξουαλικά επί σειρά ετών. Το κλειδί για να κατανοήσεις την ιστορία τους -που στο αριστουργηματικά φτιαγμένο ντοκιμαντέρ του HBO ξεδιπλώνεται γλαφυρότατα- είναι ο τρόπος δράσης του Michael Jackson και το είδος της κακοποίησης που υπέστησαν. Δεν πρόκειται περί καταναγκασμού και βίας, στοιχεία που οι περισσότεροι φαντάζονται ως αναπόσπαστα από ένα ειδεχθές έγκλημα διαρκείας σαν την παιδοφιλία που καταλογίζεται στον Michael. Ο πυρήνας του θέματος είναι η έντεχνη πλύση εγκεφάλου και το σταδιακό χτίσιμο σχέσης εξάρτησης των θυμάτων από τον δράστη. Αυτό που συνέβη στα φερόμενα ως θύματα του Michael Jackson ήταν πως έπεσαν σε μία καλοστημένη παγίδα ενός ανθρώπου με μέθοδο και άφθονα μέσα.

Ο Michael, με τη δύναμη που του εξασφάλιζε ο αμύθητος πλούτος και η αδιανόητη φήμη του, οικοδομούσε σχέσεις φιλίας με τα παιδιά τα οποία στόχευε, περιλαμβάνοντας στη στρατηγική του και τους γονείς τους. Χρησιμοποιούσε το λυπητερό παραμύθι της υπαρξιακής του μοναξιάς και τη γοητευτική του παιδικότητα, αρχικά για να γίνει δεκτός από τις οικογένειες των παιδιών ως “μεγάλος γιος” ο οποίος έχει ανάγκη από θαλπωρή και φροντίδα που ο ίδιος ποτέ δεν είχε, κι έπειτα ως ευεργέτης που τάχα θα βοηθήσει τα παιδιά να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Μετά, ήταν η σειρά του να προσελκύσει τα παιδιά -πάντα με τις οικογένειές τους- στα σπίτια του, ενισχύοντας την ανορθόδοξη μα “θεάρεστη” φιλία τους με παιχνιδιάρικες εκδηλώσεις εντυπωσιακής πολυτέλειας, λούσα, ταξίδια, μέχρι και οικονομική βοήθεια στους γονείς. Από τον προσεκτικό σχεδιασμό του δεν έλειπαν και οι μικρές συναισθηματικές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά: ρομαντικά μηνύματα στον τηλεφωνητή, συγκινησιακά φορτισμένα fax και συχνές επισκέψεις στο ίδιο τους το σπίτι! Με λίγα λόγια, ο Michael παρουσιαζόμενος ως ένα ελκυστικό κράμα αβοήθητου κουταβιού και superstar αγγέλου-σωτήρα, έκανε τους ανήλικους θαυμαστές και τους αφελείς γονείς τους να τον ερωτευτούν, και σύντομα τους είχε όλους στο χέρι του. Ήταν η τέλεια τακτική χειραγώγησης και αυτός ήταν ο ιδανικός άνθρωπος να τη φέρει εις πέρας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι καταγγέλλοντες δε μιλάνε για τον Michael σαν να τον μισούν. Περιγράφουν τη σχέση τους μαζί του ως τον πρώτο τους έρωτα, σαν έναν κακοποιητικό δεσμό που όταν αποκρυσταλλωνόταν δεν γνώριζαν ότι είναι κακοποιητικός. Και είναι απολύτως κατανοητό. Ένα παιδί 7 ετών δεν έχει αντίληψη σεξουαλικότητας, ούτε αρέσκειες, δυσαρέσκειες και αντιστάσεις πάνω σε αυτήν. Δέχεται ό,τι του προωθούν ως φυσιολογικό τα άτομα που εμπιστεύεται, και ο Michael Jackson γινόταν ακριβώς αυτό, το υπ’ αριθμόν ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης, ο μπαμπάς, ο αδερφός, ο κολλητός του. Απομακρύνοντας δε, βαθμιαία, τους γονείς και απομονώνοντας τα παιδιά με πλήθος δικαιολογιών στη Neverland ή στα ξενοδοχεία όπου έμενε (κρατώντας και μια σουίτα παραδίπλα για τη μαμά και τον μπαμπά, έτσι, για τους τύπους) ο Michael τα εκπαίδευε στο να τον αγαπάνε, να προσκολλώνται σε αυτόν και να τον αποζητούν. Ακόμα κι όταν τα αντικαθιστούσε με καινούργια!

Μέσα σε τέσσερις ώρες που περνούν σαν νεράκι, το Leaving Neverland παρουσιάζει έναν σοκαριστικά επιμελημένο όγκο από πληροφορίες, φωτογραφίες, βίντεο, ηχητικά αποσπάσματα και διηγήσεις, ο οποίος δεν αποδεικνύει μεν το έγκλημα αλλά στοιχειοθετεί ακατανόητα στενές σχέσεις που δεν εξηγούνται παρά μόνο με δυσάρεστα σενάρια. Ο Michael παραδέχεται πως κοιμάται παρέα με τα παιδιά-φίλους του, ο Michael τα παίρνει μαζί του στις περιοδείες, ο Michael βγαίνει από τα ξενοδοχεία και τις λίμο του χέρι-χέρι με τον εκάστοτε προστατευόμενό του. Ένα συγκεκριμένο παιδί ανά περίοδο ενσάρκωνε ρόλο συνοδού διαρκείας, μέχρι να αντικατασταθεί από το επόμενο που επίσης έμοιαζε να εκτίει κάτι σαν θητεία δίπλα του. Οι περισσότερες ενδείξεις για το τι συνέβαινε ήταν για χρόνια μπροστά μας, κι όμως θεωρούνταν αμελητέες ή λογίζονταν κατά έναν βολικό τρόπο ως γνωρίσματα της “εκκεντρικότητας” του star. Στην πραγματικότητα, ήταν καμπανάκια κινδύνου που δεν κατάφεραν να ξυπνήσουν γονείς, αρχές και κοινή γνώμη από τον μαγικό τους λήθαργο όταν έπρεπε. Ο Michael δρούσε με τον πιο κραυγαλέο τρόπο για χρόνια ενώπιον ολόκληρου του πλανήτη (που παρακολουθούσε έτσι κι αλλιώς κάθε του κίνηση), και οι πρώτες αντιδράσεις προέκυψαν όταν το κακό είχε πια γίνει συνήθεια. Τα λεφτά, οι ψυχολογικοί εκβιασμοί και οι απειλές ήταν, στη συνέχεια, αρκετά για να κλείσουν στόματα και να διευθετήσουν τα νομικά τρεχάματα που ανέκυψαν.

Αν το Leaving Neverland διδάσκει κάτι, αυτό δεν είναι η απόλυτη αλήθεια. Απτά στοιχεία δεν υπάρχουν, οι δικαστικές αποφάσεις ευνοούν την πλευρά του Jackson και το ντοκιμαντέρ είναι ούτως ή άλλως πλήρως μεροληπτικό εναντίον του. Αυτό που πρέπει να μας μείνει, είναι η δύναμη της παραπλάνησης και ο εκτεταμένος αντίκτυπος που αυτή μπορεί να έχει, όταν εκπορεύεται από ένα άτομο με εξουσία. Στην εποχή του ίντερνετ και της παντοκρατορίας των social media που αποδομούν τον οποιονδήποτε σε κλάσματα δευτερολέπτου, είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι ο Michael Jackson ήταν ένας πανίσχυρος εκατομμυριούχος που έζησε σε μία εποχή η οποία του επέτρεπε να ποζάρει παραμορφωμένος μπροστά στην κάμερα και να δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν έχει κάνει ποτέ πλαστική. Κι αυτό δεν ήταν αρκετό ώστε να αμφισβητηθεί μαζικά και ηχηρά η πνευματική συγκρότηση και η σοβαρότητά του. Η δυνατότητά του να αρνείται και να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα χωρίς καμία αντίδραση ήταν ενδεικτική του τεράστιου πεδίου που είχε ελεύθερο για να διαμορφώνει συνειδήσεις και να κάνει ό,τι θέλει χωρίς συνέπειες. Με σχεδόν οργουελικό τρόπο, εμπνεόταν ένα αφήγημα και χάρη στην επιδραστικότητά του αυτό γινόταν αμέσως πιστευτό από τους περισσότερους – ακόμη κι αν το άλλαζε την επόμενη στιγμή (βλ. το επαμφοτερίζον μυστήριο γύρω από τη σχέση του με τη μητέρα των παιδιών του). Εφόσον δεν στρέφονταν εναντίον του τα πασιφανή, δημόσια ψεύδη του, είναι προφανές τι μπορούσε να πετύχει απρόσκοπτα πίσω από τις κάμερες, με μια ακλόνητη ασυλία σαν αυτή.

Για όποιον δεν πιστεύει την ιστορία του Wade και του Jimmy, δεν πειράζει, αυτοί ό,τι έπαθαν έπαθαν. Περισσότερο από κατηγορητήριο του Michael Jackson, όμως, το Leaving Neverland χρησιμεύει ως μνημείο για τη σημασία της διαρκούς επαγρύπνησης και τους κινδύνους που κρύβουν το star system, η κουλτούρα θεοποίησης ανθρώπων και η γονική αμέλεια. Έστω και μισή ώρα από το ντοκιμαντέρ μπορεί να αποβεί πολύ πιο χρήσιμη ως προληπτικό μέτρο, από ανόητες μνησικακίες άνευ ουσίας όπως είναι το όψιμο μποϊκοτάζ της τέχνης του Jackson – η οποία δεν έφταιξε ποτέ σε τίποτα.

 

Άρης Αλεξανδρής