,

Το Homecoming της Beyoncé είναι μια ωδή σε ένα τεράστιο Εγώ, το δικό της

H pop star που νόμιζε ότι είναι ο Χριστός

Homecoming, ένα ντοκιμαντέρ της Beyoncé

Μιλώντας με καθαρά τεχνικούς όρους, η Beyoncé είναι αυτή τη στιγμή ό,τι πληρέστερο υπάρχει σε καλλιτέχνη, στην pop μουσική. Η πιο πετυχημένη συνάντηση του ταλέντου με τη σφαιρικότητα και την αποδοχή. Τραγουδάει σαν αηδόνι, χορεύει φανταστικά, γεμίζει στάδια ξανά και ξανά και γράφει πολλά απ’ τα τραγούδια της (αν και πολλοί έχουν τις επιφυλάξεις τους ως προς αυτό). Δημιουργεί τάσεις, πρωτοστατεί σε οτιδήποτε δημοφιλές αγγίζει τη δημόσια σφαίρα -είτε πρόκειται για μόδα είτε για κοινωνικά κινήματα- και αποτελεί πια μέτρο αξιολόγησης της επιτυχίας όλων των άλλων. Δεν υπάρχει κανείς που να πλησιάζει το status της σε μαζικότητα και μιντιακή αξία, η περσόνα της έχει προσλάβει συμβολική διάσταση που συγκρίνεται πλέον μόνο με αυτή του Michael Jackson. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τον έχει ξεπεράσει κι αυτόν.

Παρακολουθώντας, όμως, με πολύ κόπο το βασανιστικά αργόσυρτο Homecoming, ένα docufilm που δημιούργησε η ίδια (φυσικά!) για να καταγράψει τον περσινό της άθλο στην Coachella, από την προετοιμασία μέχρι την εκτέλεσή του, ένιωσα πολύ άβολα. Γιατί αυτό που κέρδισα, δεν ήταν μια κοντινή και σε βάθος ματιά σε ένα pop φαινόμενο, όπως φιλόδοξα υπόσχεται η περιγραφή της ταινίας στο Netflix. Αντιθέτως, το Homecoming είναι ένας ύμνος στον εγωτισμό, μια φλύαρη και μαξιμαλιστική ομφαλοσκόπηση που ούτε κατά διάνοια δεν αποβλέπει στην αποκωδικοποίηση της καλλιτέχνιδας ή έστω στην εξερεύνησή της. Για την ακρίβεια, το Homecoming δεν προσπαθεί καν να φανεί ειλικρινές κι ανθρώπινο. Το μόνο που κάνει, είναι να επιδεικνύει αυτάρεσκα την αγάπη της Beyoncé για τον εαυτό της, μυθοποιώντας την προπαγανδιστικά, λες και πρόκειται για αγία.

Η ιδιότητα της Beyoncé ως συμβόλου για τη μαύρη κοινότητα είναι ένα κεφάλαιο μεγάλης κοινωνικής σπουδαιότητας, γιατί ποτέ άλλοτε η εμπορική mainstream μουσική δεν έδωσε στον κόσμο ένα μαύρο, γυναικείο είδωλο με τόση δύναμη, που αγκαλιάζει την κληρονομιά του, διεκδικεί με πυγμή κι ενθαρρύνει τις μειονότητες να κάνουν το ίδιο. Σαν μοντέρνος ευαγγελιστής, λοιπόν, η Beyoncé εμψυχώνει τις ιστορικά μη ευνοημένες μάζες κι ως εκ τούτου ειδωλοποιείται ως κάτι ευγενέστερο από μία τυπική performer. Κι αυτό είναι απολύτως λογικό και χρήσιμο. Είναι πια μια λαοπρόβλητη ακτιβίστρια. Αυτή όμως η καταξίωση εμπεριέχει μια παγίδα για την ίδια: τον κίνδυνο να πάρει τον εαυτό της πολύ σοβαρά. Και τον πήρε.

Έτσι, στο Homecoming η Beyoncé περιγράφει την επάνοδό της στη σκηνή περίπου σαν θαύμα του θεανθρώπου, και με τη συνδρομή των απαραίτητων σκηνοθετικών κόλπων εξυψώνεται ως αντικείμενο λατρείας, την ώρα που στην ουσία κάνει αυτό που κάνουν και εκατομμύρια άλλες γυναίκες χωρίς τα προνόμιά της: γυρνάει στη δουλειά της μετά τη γέννα της.

Μιλάει για τα κιλά της και τον αγώνα της να τα χάσει, λες και είναι η πρώτη γυναίκα που βρέθηκε σ’ αυτή τη θέση. Ευλογάει τα γένια της για τον επαγγελματισμό και τις ώρες που δουλεύει, λες και είναι η μόνη επαγγελματίας που κουράζεται. Δείχνει να αντιλαμβάνεται την performance της σαν το εμβόλιο κατά του καρκίνου και όχι σαν performance, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζεται πια στη σκηνή με ένα είδος ιερού θυμού. Τραγουδάει και φαίνεται οριακά οργισμένη, με έναν υπερβατικό τρόπο θα έλεγε κανείς, γιατί είναι πεπεισμένη πως εκτελεί θείο έργο κι ότι πρέπει άπαντες να πειστούμε γι’ αυτό. Μιλάει για τη δουλειά της χρησιμοποιώντας όλους εκείνους τους όρους επίκλησης της οικουμενικότητας· είναι ένα κίνημα! Είναι μία ένωση! Όμως καταλήγει να μιλάει πάντα και μόνο για τον εαυτό της. Δεν είναι πια performer αλλά αυτοαναφορικός ιεραπόστολος. Όλοι οι άλλοι γύρω της είναι ανώνυμοι.

Και κάπου εδώ, αρχίζει να διακρίνεται το πρόβλημα της Beyoncé. Μέσα στην παραφορά της (εν μέρει δικαιολογημένης) δόξας της, παθαίνει αυτό που παθαίνουν πολλοί ταλαντούχοι ή δημοφιλείς άνθρωποι στον διάφανο μα εντελώς απομακρυσμένο κόσμο της ακραίας τους επιτυχίας. Χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα και το μέτρο με το οποίο αυτή μας εξοπλίζει, προκειμένου να παραμένουμε προσγειωμένοι ακόμα κι όταν όλοι οι δρόμοι της ζωής μάς οδηγούν προς τα πάνω. Κι αν αυτό δε φαίνεται ανησυχητικό τώρα, που η Beyoncé είναι στα πάνω της, θυμίζω ότι αντίστοιχη θέση αυτοκράτειρας κατείχε κάποτε και η Madonna (αν κι αυτή δεν είχε ποτέ όλα τα media μαζί της), που ανήμπορη να τιθασεύσει έγκαιρα το ψυχολογικό απότοκο της δυναμικής της, κατέληξε τώρα να μοιάζει με παρωδία του εαυτού της – χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται. Κι αυτή είναι ίσως η πιο ειρωνική πτυχή που ενέχει η αποσύνδεσή μας από τη θνητότητά. Ζούμε την αποθέωση ανεπίγνωστα και ανεπίγνωστα ζούμε και την κατάπτωση.

Ακόμα όμως κι αν εξετάσει κανείς τη Beyoncé ως ένα αμιγώς ακτιβιστικό στοιχείο και το Homecoming ως ενός είδους μανιφέστο, δεν μπορεί να μην απορήσει με τη διάσταση ανάμεσα στο πολιτικοποιημένο μάρκετινγκ της τέχνης της και το περιεχόμενο της τέχνης αυτής. Πώς συνδυάζεται η γυναικεία χειραφέτηση με το να ζητάει live από το κοινό των χιλιάδων fans της να τη φωνάζει με το όνομα του άντρα της; Πώς συνδυάζεται ο φεμινισμός ως φιλοσοφικό ρεύμα με μικροαστικής σύλληψης τραγούδια που μιλούν για το “κέρατο” που έφαγε από τον Jay Z; Πώς ακριβώς καταπολεμά τα πατριαρχικά στερεότυπα και τον σεξιστικό λόγο επαναλαμβάνοντας ρυθμικά Suck on my Balls από σκηνής;

Υπάρχει μια πιθανότητα η ουσία στο θέμα της Beyoncé να μην έχει καμία σημασία. Το ότι τα τελευταία τραγούδια της που θυμόμαστε ανήκουν σε περασμένες περιόδους, το ότι ηδονίζεται με το να νοικιάζει το Λούβρο ή με το να εκθέτει σε ντοκιμαντέρ τη ματαιοδοξία της, ίσως να είναι ασήμαντες λεπτομέρεις μπροστά στην ικανότητά της να κινητοποιεί κόσμο ενάντια στον ρατσισμό, έστω διά της εικόνας της. Όμως αν δεν σκοπεύει να δώσει και λίγη ουσία στο όραμά της, κάτι που θα ζει κι όταν η εικόνα της δεν θα προκαλεί πια ρίγη όπως σήμερα (έστω ένα τραγούδι που να μην είναι απλώς θόρυβος γεμάτος ψευτομάγκικα κλισέ;), η trendy “διαπαιδαγώγηση” που μοιράζει στα πλήθη θα διαρκέσει μόνο όσο και η ίδια. Και κανείς δεν ζει για πάντα. Άρα θα έχει κάνει μια τρύπα στο νερό.


Άρης Αλεξανδρής