,

Game of Thrones: Γκρίνια και σκέψεις λίγο πριν το τέλος

Μία απολογιστική άποψη για τον τελευταίο κύκλο (και όλους τους προηγούμενους)

Game of Thrones: Σκέψεις πριν το φινάλε

Aπό την πρώτη του σεζόν, το Game of Thrones έμοιαζε σαν να γράφεται με την προοπτική να κρατήσει για πάντα. Η δαιδαλώδης πλοκή το έκανε ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρον και ζαλιστικά μεγαλόπνοο. Κανείς δεν το αντιμετώπιζε σαν τυπική σειρά, αλλά σαν έπος με άπειρα παρακλάδια που τα ακολουθείς και χάνεσαι σε έναν μύθο που σε εκπλήσσει, κάνει τις κοιλιές του, σε ξαναεκπλήσσει και συνεχίζεται αενάως στο ίδιο εθιστικό μοτίβο, για να καταλήξει (κανείς δεν φανταζόταν πότε) σε μία θεϊκή τελείωση. Πέρα από την τεράστια παραγωγή και το εύστοχο cast του, όμως, είχε μία κυρίαρχη αρετή που το ξεχώριζε από τις υπόλοιπες σειρές: αντιτηλεοπτικό γράψιμο. Μία ιστορία δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερβαίνει τις συμβάσεις των τηλεοπτικών προϊόντων και να καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο και κύρος στη συνείδηση των θεατών της. Τι πήγε στραβά στην πορεία;

Οι λόγοι που οι τελευταίοι κύκλοι του Game of Thrones μοιάζουν να μην ικανοποιούν παρά ελάχιστους, είναι κυρίως δύο, με σημαντικότερο τον δεύτερο. Ο πρώτος είναι ο προφανής, που όλοι συζητούν εδώ και δύο-τρία χρόνια: Η σειρά έχει σταματήσει να βαδίζει στα χνάρια των βιβλίων του George R. R. Martin και εύλογα έπαψε να δίνει την εντύπωση του αυστηρά στοιχειοθετημένου και προμελετημένου που χαρακτήριζε τους πρώτους κύκλους. Η δράση είναι πιο αυθόρμητη, οι εξελίξεις δε δείχνουν να έχουν το υπόβαθρο που είχαν, η συνοχή χαλάρωσε και, πράγματι, ορισμένες καταστάσεις σε σύγκριση με άλλες προγενέστερες και βασισμένες στα βιβλία, φαίνονται αφελείς, cheesy και χαμηλότερες των προσδοκιών μας. Μέχρι και οι ερμηνείες επηρεάστηκαν από την πτώση του επιπέδου γραφής, φέρνοντας πια περισσότερο σε Ατίθασα Νιάτα. Κοντολογίς, από τηλεοπτική απόδοση πολυσχιδούς βιβλίου, το Game of Thrones κατέληξε τηλεοπτική απεικόνιση τηλεοπτικού σεναρίου. Οι σεναριογράφοι μπορεί να είναι ταλαντούχοι και καταξιωμένοι, αλλά δεν είναι συγγραφείς.

Ο δεύτερος λόγος όμως είναι λίγο πιο καθοριστικός, αν και απογοητευτικός μέσα στην αμείλικτη κυριολεξία του: η σειρά απλώς έπρεπε να τελειώσει. Ενώ τα βιβλία αναπτύσσονται σε σελίδες επί σελίδων και οι σαπουνόπερες κρατάνε δεκαετίες, οι πανάκριβες σειρές σαν το Game of Thrones δεν έχουν την πολυτέλεια να γυρίζονται εσαεί – όσο κι αν εμείς επενδύουμε συναισθηματικά σε αυτές. To Game of Thrones είχε από την αρχή ημερομηνία λήξης, λοιπόν, και η βραδύτητα που επέδειξαν οι συντελεστές στους πρώτους κύκλους, χτίζοντας λίθο-λίθο τη φαραωνική του υπόθεση λες κι είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους, ήταν η μοιραία παγίδα του. Γιατί από τη μία, αυτό το άπλωμα του χρόνου και η εμβριθής επιμέλεια ήταν που έδωσαν στο show θρυλικό στάτους και τόσους πιστούς fans, αλλά από την άλλη ήταν κι εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που μας κακόμαθαν, εκθέτοντας τώρα με τρόπο που δυσφημεί τη συνολική εικόνα του, την ανάγκη του έργου να μαζευτεί όπως-όπως για να τελειώσει.

Η μετάβαση της σειράς από την εποχή της αργής και προσεγμένης εκτύλιξης στην περίοδο της τελικής ευθείας και του “ό,τι προλάβαμε προλάβαμε”, προφανώς, δεν έγινε χωρίς απώλειες. Το τέλος της Cersei ήταν μία από αυτές, ίσως η πιο κραυγαλέα. Και θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί. Ένας χαρακτήρας που όλη του τη ζωή σκέφτεται δύο βήματα μπροστά, που όλη του η ψυχοσύνθεση έχει δομηθεί πάνω στον σκοτεινό πραγματισμό του συμφέροντος, δεν γίνεται να παρακολουθεί όλα του τα σχέδια να φλέγονται (κυριολεκτικά!) και να βρίσκεται σε άρνηση. Δεν μπορεί, καθώς η συντριβή πλησιάζει ολοφάνερα, να μην το έχει καταλάβει και να περιμένει μια μαγική κι ανέφικτη λύση αντί να σκαρφιστεί ένα ακόμη σατανικό σχέδιο – έστω το τελευταίο του. Οι αξιολύπητες τελευταίες στιγμές της Cersei Lannister δεν είχαν καμία σχέση με τον ρόλο. Η αδυναμία των σεναριογράφων να αποδώσουν τη Cersei μέχρι τέλους στις σωστές της διαστάσεις, ήταν μία απαράδεκτη αβλεψία. Τα ταβάνια που την πλάκωσαν, πλάκωσαν πρώτα την έμπνευση μιας ακριβοπληρωμένης δημιουργικής ομάδας που απέτυχε να βρει ένα κάποιο εύρημα, ακόμη και πρόχειρο, για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη συνέπεια σε έναν βασικό χαρακτήρα.

Αντίθετα, η εξέλιξη του χαρακτήρα της Daenerys ήταν απολύτως προβλέψιμη και δεν θα μπορούσαν να έχουν περισσότερο άδικο όσοι κατηγορούν τους συντελεστές πως τον κατέστρεψαν. Η νοσηρή αίσθηση πεπρωμένου που τη διακατείχε από την αρχή, τα βασανιστήρια που περνάει με μαρτυρική στωικότητα για να φτάσει στον στόχο της και η πώρωσή της με την εξουσία, την καθιστούσαν ανέκαθεν μια οιονεί καταστροφική δύναμη. Και με δεδομένο το ιστορικό του “Mad King” πατέρα της, είχαμε κάθε λόγο να υποψιαζόμαστε ότι αυτή η καταστροφική δύναμη δεν θα ξεσπούσε απαραίτητα με ειρηνικό τρόπο. H ισοπέδωση του King’s Landing από τη Daenerys, λοιπόν, δεν ήταν μια σεναριακή επιπολαιότητα, αλλά η εκπλήρωση μιας προοικονομίας που αρθρωνόταν εδώ και οχτώ σεζόν. Οι προδοσίες του Jon Snow, του Tyrion και του Varys, και κυρίως η αδυναμία της να κερδίσει τη συμπάθεια του βορρά, την οδηγούν σε μία κατάσταση συνειδητής απελπισίας που, την ώρα που κάνει το King’s Landing δικό της, αποτυπώνεται ανάγλυφα: Τι κι αν κέρδισε τον πόλεμο; Ο μόνος τρόπος να κερδίσει τον κόσμο, είναι εμπνέοντας τον φόβο. Στην ουσία, αυτό που ορισμένοι ερμήνευσαν ως αλλοίωση προσωπικότητας, αντιφατικό γράψιμο ή ακόμα και αντιφεμινιστικό statement (ναι, το διάβασα κι αυτό), ήταν κάτι απλούστερο: Μία στρατηγική απόφαση της ηρωίδας, πλήρως εναρμονισμένη με όσα ξέρουμε ότι κουβαλάει μέσα της.

Ό,τι κι αν γίνει στο τελευταίο επεισόδιο και παρ’ όλες τις σοβαρές γκάφες του (ο αφημένος καφές δεν ήταν χαριτωμενιά, αλλά τρομακτική ένδειξη αφροντισιάς και παρακμής), το Game of Thrones παραμένει μία από τις καλύτερες σειρές που γυρίστηκαν ποτέ. Όχι η καλύτερη, αλλά σίγουρα μία από τις πιο αξιόλογες και απολαυστικές. Και παράλληλα, ένα μάθημα προς όλους, στούντιο παραγωγής και θεατές, πομπούς και δέκτες, ώστε οι μεν να ξέρουν τι να κάνουν και οι δε να ξέρουν τι να περιμένουν: Όταν αρχίζουμε κάτι χωρίς να ξέρουμε πώς τελειώνει, οφείλουμε να το ανακαλύψουμε ή να το εφεύρουμε πολύ πριν το τέλος.


Άρης Αλεξανδρής