,

Joker: Ο Arthur ήθελε απλώς να ακούσει έναν καλό λόγο

Το διχαστικό αριστούργημα της χρονιάς είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό θρίλερ

Joker δηλαδή η ταινία της χρονιάς

Ανάμεσα στον άμετρο πλουτισμό μιας ανάλγητης μειοψηφίας, την αστική αδιαφορία, τη μαζική διαφθορά και την κοινωνική εγκατάλειψη, υπάρχει ένα πνιγηρό σημείο στο οποίο το άτομο ζει μετά βίας μέχρι να συνθλιβεί εντελώς από τις ασύμφορες περιστάσεις. Ο Joker του Todd Phillips περιγράφει με περισσότερη ωμότητα απ’ όση συνηθίζεται στα δημοφιλή θεάματα, την άβολη αλήθεια των ατόμων που είχαν την ατυχία να γεννηθούν στην άδικη πλευρά του κόσμου, κι εκθέτει την υποκινούμενη αυτοκαταστροφή τους σε όλο το σοκαριστικό της μεγαλείο, μέσα από έναν χαρακτήρα-σύμβολο.

Ακολουθώντας τη μοντέρνα αφηγηματική προσέγγιση που αρνείται να αντιμετωπίσει τους villains ως καρικατούρες, αλλά, αντιθέτως, τους εξανθρωπίζει δίνοντας ψυχολογικό βάθος και κοινωνική-ιστορική διάσταση στην ύπαρξή τους (βλ. Thanos των Avengers), o Joker ξεφεύγει από την κατηγορία του κακού όπως αυτή κατασκευάζεται από τα εύπεπτα μανιχαϊστικά δίπολα, και αναλύεται πια ως θύμα. Δηλαδή ως προϊόν ενός κόσμου εντελώς πραγματικού στον οποίο οι άνθρωποι εξελίσσονται σύμφωνα με όσα βρίσκουν μπροστά τους και όχι εκπληρώνοντας κάποια προφητεία που αυτοδικαίως τους θέλει είτε αγγελικούς ήρωες είτε σατανικούς εγκληματίες. Ο Joker δεν είναι απλώς ένας villain λοιπόν, αλλά το παράγωγο ενός πολύ πρoβληματικού συστήματος. Μία υπαρκτή ανθρώπινη κατάσταση βγαλμένη μέσα από το σώμα της κοινωνίας.

Κακοζωισμένος, κουρασμένος από τη φτώχεια του και με απεγνωσμένη ανάγκη να αποδείξει ότι αξίζει, Ο Arthur Fleck υπομένει τη φρικωδώς ελειμματική ζωή του στην παρακμιακή Gotham (πλασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει Νέα Υόρκη στα ’70s) και περιμένει μία ευκαιρία να αλλάξει την τύχη του πετυχαίνοντας ως κωμικός. Η ευκαιρία δεν έρχεται ακριβώς όπως την περιμένει, ίσως επειδή είναι ήδη πολύ αργά για τον ίδιο. Έχει προλάβει να “μολυνθεί” από όλα εκείνα τα συστατικά του κόσμου, που αν δεν σου δοθούν όταν πρέπει όπως πρέπει, σε στρέφουν εναντίον του. Η οικογένειά του, η ψυχική του συγκρότηση, το επαγγελματικό του περιβάλλον και η επαφή του με τους ανθρώπους, -όλα οδηγούν στην ολέθρια κατρακύλα που ο Arthur δεν έχει τα εφόδια να αναστείλει.

Ο Joaquin Phoenix υποδύεται με ανατριχιαστική ευστοχία τον διαταραγμένο παρία. Είναι τόσο πειστικός ο τρόπος που δίνει ζωή στο πέρασμα από την τελματωμένη απελπισία στην καταστροφική παράνοια, που η δουλειά του σταματάει να θυμίζει υποκριτική. Είναι σαν να ανακαλεί βίωμα και να το αναπαριστά με ίδια γνώση του θέματος. Γι’ αυτόν τον λόγο, η ερμηνεία του καβαλάει την περσόνα του Joker, αποσπώντας την από το μυθοπλαστικό της πλαίσιο και κάνοντάς την οικουμενικό παράδειγμα: ο Joker δεν είναι απλώς ο αποτυχημένος κωμικός ή το κλισέ κακοποιό τρολ. Είναι ο άνθρωπος που διαψεύστηκε με τόση βιαιότητα από τον κόσμο, ώστε το μόνο που του έχει μείνει είναι η αντίδραση άγριου ζώου, η οποία έρχεται πάντα τυφλή, πολλαπλασιασμένη και ανεξέλεγκτη.

Διάβασα πολλά θαψίματα για τη “μέτρια, επιδερμική σκηνοθεσία” και την “έλλειψη οράματος” της ταινίας και εννοείται πως δεν συμφωνώ καθόλου. Βρίσκω μόνο ένα πρόβλημα στο έργο, αρκετά μεγάλο πάντως: την έκπτωσή του από φιλοσοφική μελέτη σε ύμνο αποθέωσης του εκδικητικού μίσους. Θέλει ιδιαίτερη ικανότητα ισορροπίας για να περιγράψεις ρεαλιστικά τη βία που γεννά ο θυμός του αδικημένου, χωρίς να ενδώσεις στον πειρασμό να τη νομιμοποιήσεις, και νομίζω πως ο Joker δεν την επέδειξε. Στο τέλος, ένα τοπίο ξέφρενης αταξίας γεμάτο θάνατο και αίμα εγγράφεται ως απάντηση στον προβληματισμό που η ταινία έχτιζε αριστουργηματικά επί δύο ώρες, – και όση ικανοποίηση κι αν επιφέρει αυτό στα ταπεινά μας ένστικτα άλλο τόσο “ευκολάκι” είναι ως σύλληψη και ιδεολογική στάση. Ο Joker είναι μία τραγική φιγούρα που νομοτελειακά μεταλλάσσεται σε καταστροφική δύναμη. Όχι ήρωας. Μόνο όσοι δεν έχουν ζήσει το μπάχαλο βρίσκουν την κτηνωδία του ρομαντική και το γεγονός ότι η ταινία καταφεύγει σ’ αυτό εν είδει λύτρωσης μοιάζει κάπως με ποζεριά που κάποιος (ανεύθυνα και βλακωδώς) προέβλεψε ότι θα συναρπάσει τα νεανικά κοινά.

Αν και ένα-δύο άτομα των οποίων την κρίση εμπιστεύομαι μου είπαν το ακριβώς αντίθετο, για μένα η καλύτερη στιγμή της ταινίας -που ταυτόχρονα κουβαλάει και το απόσταγμά της- ήταν το show του Arthur στο τηλεοπτικό πλατό του Murray Franklin (Robert De Niro). Αυτό που δεν καταλαβαίνουν όσοι εμπαίζουν τους εξαθλιωμένους και διαιωνίζουν με δόλο την ανισότητα από την προνομιούχα θέση τους, είναι ότι η φρίκη θα τους βρει όπου και να είναι, όχι απαραίτητα με τον τρόπο που φαντάζονται. Όποιος πάει γυρεύοντας, παίρνει αυτό που του αξίζει.


Άρης Αλεξανδρής