,

Once Upon a Time in Hollywood: Μία σπουδαία ταινία που δεν το παίζει σπουδαία

Βλέπεται σαν να διαβάζεται

Once Upon a Time in Hollywood, μία σπουδαία ταινία σε ένα άνυδρο τοπίο

Δεν χρειάζεται να παρακολουθήσει κανείς τον απολαυστικά πύρινο λόγο του Ricky Gervais στις Χρυσές Σφαίρες ή να διαβάσει το White του αιρετικού Bret Easton Ellis για να καταλάβει ότι το Hollywood και η γενικότερη βιομηχανία θεάματος διανύουν μία εποχή όπου η ιδέα ως παράμετρος δημιουργίας παίζει τον μικρότερο δυνατό ρόλο. Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική έχει σιγά-σιγά αντικαταστήσει την έμπνευση και ταινίες/σειρές με μπάτζετ εκατομμυρίων έχουν φτάσει σε σημείο να στήνονται με ιδεολογικό άξονα μάλλον, παρά με θεματικό. Identity politics, inclusivity, αντικαπιταλισμός, όποιο κι αν είναι το εκάστοτε κοινωνικό αφήγημα, διαπερνά το έργο και το ορίζει σε τέτοιο βαθμό, που το καθιστά σχεδόν εχγειρίδιο κατήχησης ή εργαλείο στυγνής προπαγάνδας. Το σενάριο δεν προβληματίζει, διδάσκει. Η σκηνοθεσία δεν εξελίσσεται, υπηρετεί. Οι ηθοποιοί δεν εξερευνούν, αγωνίζονται. Κατά κάποιον τρόπο, η ποπ κουλτούρα αντιγράφει τα social media: είσαι απαράδεκτος αν δεν είσαι στρατευμένος.

Είδα το Once Upon a Time in Hollywood με πολλές επιφυλάξεις, έχοντας διαβάσει από εδώ κι από κει πόσο βαρετό κι ανούσιο είναι, και με μεγάλη ευχαρίστηση διαπίστωσα πόσο ενδιαφέρουσα και λυτρωτική είναι η “βαρεμάρα” και η “ανουσιότητά” του. Ο Ταραντίνο έχτισε έναν μαγνητιστικό κόσμο μακριά από τους δηλητηριώδεις καταναγκασμούς της νέας εποχής, αδιαφορώντας πλήρως για το κοινό που εμμονικά περιμένει από την τέχνη να μετατραπεί σε είδωλο των νευρώσεων και των προτιμήσεών του (ναι, μιλάμε για το κοινό που κατακεραύνωσε ως μη φεμινιστικό, επεισόδιο του τελευταίου κύκλου του Game of Thrones, μίας σειράς που εκτυλίσσεται σε έναν φανταστικό μεσαίωνα). Το Λος Άντζελες των late 60s παρουσιάζεται ηλιόλουστο, υπέροχα πληθωρικό, γκλάμουρους, παρακμιακό, χίπικο και αφελές, φιλοξενώντας μία ιστορία που δεν ταιριάζει καθόλου με τις σύγχρονες με_το_ζόρι_συγκινητικές αφηγήσεις, αλλά κουβαλάει μία αληθινή βιωματική ποιότητα μες στη φαινομενική της ελαφρότητα, θυμίζoντας καλό μυθιστόρημα (από αυτά που δεν γράφονται πια).

Η αγωνία του Rick Dalton (Leonardo DiCaprio) να ξεφύγει από τη μετριότητα της καριέρας του και να γίνει επιτέλους ηθοποιός αξιώσεων, και η σαγηνευτική χαλαρότητα του sidekick του, Cliff Booth (Brad Pitt), περιγράφονται με έναν πολύχρωμο και εντελώς κανονικό τρόπο που, σε σύγκριση με το δόγμα του αυτοαναφορικού δράματος και της θυματοποίησης το οποίο μαστίζει πια τον κινηματογράφο, μοιάζει εξαιρετικός και πρωτότυπος με μία σπάνια πια έννοια. Δεν υπάρχει ατζέντα και κρυφό “μήνυμα” δηλαδή, ούτε δαχτυλάκι που κουνιέται μπροστά στη μούρη μας πατερναλιστικά προκειμένου να υιοθετήσουμε μια θέση για το καλό μας. Υπάρχουν μόνο η ελευθεριότητα των 60s-70s και ο θόρυβος μιας ανήσυχης εποχής που αλλάζει, δοσμένα με μία μεθυστική αισθητική που σε ρουφάει στη δίνη των πρωταγωνιστών. 

Παρά τις κλασικές ταραντινικές σκηνές σπλάτερ, δεν έχει σημασία αν συμβαίνει κάτι εντυπωσιακά σπουδαίο στην ταινία, γιατί εν τέλει σπουδαία είναι από μόνη της η απροθυμία της να φανεί σπουδαία. Μερικές φορές, το να ψυχογραφήσεις δύο ήρωες μπορεί να είναι αρκετό. Αρκεί να το κάνεις καλά. Η υστερία του Rick καθώς προσπαθεί να γίνει πιο διάσημος, πιο σημαντικός, πιο πλούσιος, είναι ένας πολύ πειστικός συμβολισμός του αιώνιου ανθρώπου που κυνηγάει μανιακά την ουρά του αντί να τα βρει με τον εαυτό του. Η στωική απάθεια του Cliff που απλώς ακολουθεί κι επιβιώνει, είναι μία άλλη όψη του υπαρξιακού αδιεξόδου, ίσως ακόμα πιο δραματική γιατί δεν “φωνάζει”. Το ράθυμο καλιφορνέζικο σκηνικό είναι το τέλειο φόντο για να ξεδιπλωθεί η ανθρώπινη συνθήκη, ισορροπώντας ανάμεσα στην καλή και τη δυσάρεστη πλευρά της.

Η ένταξη μέσα στην ιστορία της αιματηρής υπόθεσης Manson-Tate-Polanski ως παράλληλου πυλώνα, θα ήταν μία κακόγουστη σκύλευση αν δεν έπαιρνε την τροπή που πήρε χάρη στην ευρηματική μυθοπλασία του Ταραντίνο. Ξανά: καλή ταινία δεν είναι απαραίτητα η ταινία-δασκάλα. Είναι και το έργο που ανοίγει νέους δρόμους και προτείνει εναλλακτικές προοπτικές σιωπηλά, κι ας μη σε σηκώνει από τη θέση σου για να χειροκροτήσεις. Το χειροκρότημα και η φαντασμαγορία κάποια στιγμή τελειώνουν. Στις περίεργες σκέψεις, όμως, είναι που ξαναγυρνάμε.

Το τέλος του Once Upon a Time in Hollywood φέρει μία γλυκόπικρη νοσταλγία, όχι ακριβώς για το παρελθόν, όσο γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι παρελθόν. Ο Ταραντίνο διαστρεβλώνει την ιστορία (όπως κι αν ερμηνεύσει κανείς τη λέξη ιστορία), εξαγνίζει τον θεατή δια της πλαγίας οδού και αποκαλύπτει ότι κάτω από τόνους αίματος και στιλιζαρίσματος, η αλήθεια πάντα θα κρύβεται στο ρητό “λέμε στον εαυτό μας ιστορίες για να ζήσουμε” της Τζόαν Ντίντιον. Κι αυτός είπε μία πολύ καλή.


Άρης Αλεξανδρής