,

Η θλιβερή πολιτικολογία των Ελλήνων καλλιτεχνών

Όταν η τέχνη παύει να είναι αρκετή, ξεκινάει η φλυαρία

Φοίβος Δεληβοριάς, Χάρις Αλεξίου, Νατάσσα Μποφίλιου

Υπάρχει λόγος που η πολιτικολογία των καλλιτεχνών παράγει πάντα αμήχανα έως φαιδρά αποτελέσματα, κι αυτός φυσικά δεν έχει να κάνει με το δικαίωμά τους στην πολιτική γνώμη και στην παρέκκλιση από τα όρια του αντικειμένου τους. Είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο πως η επαγγελματική τους ιδιότητα δεν περιστέλλει -ούτε θα έπρεπε- την ανάγκη και την ελευθερία τους να είναι πολιτικά όντα. Όμως η ιδιότητά τους ενδέχεται να θολώνει την πολιτική τους κρίση.

Όταν η δημιουργική διαδικασία ολοκληρώνεται και η τέχνη αρχίζει πια να μοιράζεται ως προϊόν, ανοίγει για τον καλλιτέχνη ένα ισχυρό κανάλι επικοινωνίας με τους αποδέκτες της. Η τέχνη δεν είναι πια μοναχική εργασία μέσα σ’ ένα δωμάτιο, αλλά κοινωνικοποιείται, εξελίσσεται σε κτήμα των πολλών. Αν το προϊόν είναι επιδραστικό, ο θαυμασμός του κοινού για την τέχνη αντανακλαστικά μεταβιβάζεται και στο πρόσωπο που την παράγει. Και κάπως έτσι, ο καλλιτέχνης βρίσκεται μπροστά σε έναν μεγάλο πειρασμό. Να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το κανάλι του για να προωθεί την τέχνη του και να λαμβάνει τα όποια καλλιτεχνικά του εύσημα ή να αρχίσει να το χρησιμοποιεί για την επικοινωνία του ως ατόμου με το πλήθος, λαμβάνοντας έτσι θαυμασμό και για δεκάδες άλλους λόγους πέραν της τέχνης;

Στην Ελλάδα, παρά τη δεξιίζουσα μικροαστική κουλτούρα που ενυπάρχει σε πολλά σπίτια και ορίζει ήθη και έθιμα, η τέχνη κατά το πλείστον υπάγεται στον έλεγχο και την κρίση της αριστεράς. Η συνάφεια είναι εύλογη, γιατί η ελευθερία πνεύματος που προϋποθέτει και συνεπάγεται η δημιουργία, ταιριάζει περισσότερο με την επαναστατική θεώρηση της αριστεράς παρά με τον μουσειακό συντηρητισμό της δεξιάς. Αυτή όμως είναι μία θεωρητική συνθήκη, που αν κάποτε ίσχυε, στο ψηφιακό και παγκοσμιοποιημένο 2020 είναι πια εντελώς παρωχημένη. Παρ’ όλα αυτά, στην Ελλάδα η διασύνδεση της τέχνης με την αριστερά εξακολουθεί να είναι αναπόδραστη, αν και υπόρρητη. Μπορεί κανείς να κάνει θαύματα στη ζωή του, αλλά αν θέλει καλλιτεχνικό κύρος θα πρέπει αυτό να του αποδοθεί κατά κάποιον αριστερό τρόπο.

Για να θεωρηθεί κάποιος καλός συγγραφέας, δεν αρκεί να είναι πράγματι καλός (όσο υποκειμενικό κι αν είναι κάτι τέτοιο). Θα πρέπει να έχουν ασχοληθεί μαζί του συγκεκριμένοι κύκλοι (ακαδημαϊκοί και δημοσιογραφικοί), να έχει περάσει τις δοκιμασίες τους και να έχει συμπληρώσει τα αξιακά κουτάκια τους υφολογικά και θεματολογικά. Πληρώντας αυτές τις προδιαγραφές, ξαφνικά αρχίζει να αναγνωρίζεται από εφημερίδες, περιοδικά, βιβλιοπωλεία κι ένα ανεπίσημο συντεχνιακό word of mouth ως σημαντικός, κι ας είναι ανυπόφορος. Ένας σκηνοθέτης καταξιώνεται πολύ πιο εύκολα αν με το έργο του καταγγείλει το “σύστημα” ή αν παινέψει την ιστορία της αριστεράς μετ’ επιτάσεως, παρά με οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση (θυμόμαστε όλοι τι θάψιμο έφαγε κάποτε ο “φορμαλιστής βιντεοκλιπάς” Λάνθιμος για τις θεματικές του που κανένας χώρος δεν μπορούσε να οικειοποιηθεί πολιτικά). Η εγχώρια μουσική βιομηχανία δε, έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιεί τον όρο έντεχνος (!) ως αντικειμενική ειδολογική κατηγορία (όπως λέμε ροκ), στην οποία εντάσσει καλλιτέχνες κατά το δοκούν, αποκλείοντας εξ αντιδιαστολής τους υπόλοιπους ως άτεχνους. Ένας ολόκληρος κόσμος, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της αριστεράς.

Όπως ακριβώς οι λαϊκοί καλλιτέχνες, από μπουζουξήδες μέχρι κωμικούς της πλάκας, επικαλούνται θρησκείες και πατρίδες για να έχουν με το μέρος τους το λαϊκό αίσθημα που πληρώνει τα γαρύφαλλα και τα φτηνά τους αστεία, όπως διάφοροι πολιτικοί συνδέονται με ποδοσφαιρικές ομάδες υπαρξιακά για να χτίσουν εκλογική βάση στο οπαδιλίκι, έτσι και οι “σοβαρότεροι” καλλιτέχνες προσφεύγουν στο δικό τους απάγκιο για εξασφάλιση προστασίας και άντληση αξίας. Στην αριστερά ως παράδοση, αντίληψη, πολιτική, ταυτότητα και πόλο συσπείρωσης.

Δεν εξεπλάγην όταν διάβασα την μπανάλ επίθεση του κατά τ’ άλλα συμπαθούς Φοίβου Δεληβοριά στον φουκαρά Άδωνι Γεωργιάδη, ένα άτομο τόσο επιρρεπές στην αυτογελοιοποίηση, που το να του επιτίθεσαι μοιάζει περισσότερο με εύκολη πόζα παρά με άποψη. Ο καλλιτέχνης είχε άλλωστε δείξει την αγωνία του να βρίσκεται στην επικοινωνιακώς συμφέρουσα πλευρά των δημόσιων συσχετισμών λίγους μήνες πριν, όταν μετά από συνάντηση με τον Μητσοτάκη διαχώρισε τη θέση του από το βίντεο που κατέγραψε τη συνάντηση αυτή. Ούτε με ξαφνιάζουν, φυσικά, οι υστερίες του Κραουνάκη στα διαλείμματα από τα φαγοπότια με Τσίπρα και Πολάκη, ή οι αντισυστημικές κραυγές της Τροτσκίστριας Μποφίλιου ανάμεσα στα μπουζούκια, τα εστέτ καψουροτράγουδα και το πιστολάκι. Γιατί όλες αυτές οι εκδηλώσεις είναι ένα είδος σπονδής στην εκκλησία της αριστεράς. Η τελετουργική, ενίοτε μηχανική κι ασυναίσθητη, προσπάθεια των καλλιτεχνών να διατηρήσουν το ταλέντο και την περσόνα τους στην ακτίνα του επιβεβαιωτικού φωτός ενός ήλιου με τον οποίο πρέπει να τα έχεις καλά, για να μη χαρακτηριστείς δεξιός ή ακόμη χειρότερα, “νεοφιλελέ”.

Τα γλυκά ματάκια των καλλιτεχνών στην αριστερά δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία ακόμη εκδοχή διεκδίκησης του ηθικού πλεονεκτήματος. Κάτι σαν την τάση των ξένων αστέρων τα τελευταία χρόνια να βρίζουν χυδαία τον Τραμπ όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, με τη ματαιόδοξη πεποίθηση ότι απαξιώνοντας έναν εξ ορισμού ανάξιο, καταξιώνονται οι ίδιοι. Περιττός κόπος. Στο τέλος, την πολυλογία την παίρνει το ρέμα και η τέχνη που μένει, είναι αυτή που κοιτάει την αθανασία, όχι τις δημόσιες σχέσεις και τα παραπολιτικά.


Άρης Αλεξανδρής