,

Normal People: Πώς ερωτεύονται οι ευφυείς

Μία σειρά για το συναίσθημα με το μικρότερο βάθος και τη μεγαλύτερη ένταση

Normal People: Η μοντέρνα αφήγηση του έρωτα

Υπάρχει μια πολύ διαδεδομένη αντίληψη ότι ο έρωτας είναι συναισθηματική κατάσταση οικουμενική μέσα στην τυραννικότητά της, μία περιπέτεια σχεδόν δημοκρατική δηλαδή, υπό την έννοια ότι όλοι τη βιώνουν με βασανιστικό τρόπο. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, ο έρωτας είναι ένα πράγμα που δοκιμάζει και ισοπεδώνει όλους τους ανθρώπους το ίδιο, -πλούσιους, φτωχούς, όμορφους, άσχημους, γυναίκες, άντρες,- ως εμπειρία σωματική και χημική, η οποία καταργεί τις διακρίσεις όπως τις καταργεί μία ασθένεια. Όσο κι αν διαφέρουν τα συμπτώματα στον κάθε άρρωστο, η αρρώστια στη βάση της είναι η ίδια. Όμως αυτή η θεωρία είναι εσφαλμένη. Στον έρωτα υποφέρουν περισσότερο απ’ όλους οι ευφυείς.

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Sally Rooney, το Normal People αφηγείται ακριβώς αυτό. Όσο κλισέ κι αν είναι μια ερωτική ιστορία, όσο αναγνωρίσιμα κι αν είναι τα βήματα προς τη συναισθηματική και σωματική εξάρτηση από ορισμένο πρόσωπο, όσο γνωστές και χιλιοειπωμένες κι αν είναι όλες οι εκφάνσεις της μανίας με την επιβεβαίωση ενός ξεχωριστού κάποιου, οι ευφυείς άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να βιώνουν τη διαδικασία αυτή διαφορετικά από τον μέσο όρο. Γιατί, σε αντίθεση με τον μέσο όρο, αυτοί καταλαβαίνουν τον παραλογισμό και τη ματαιότητα, αντιλαμβάνονται την πλάνη τους, έχουν επίγνωση των αδυναμιών τους και υποφέρουν διπλά γιατί ζουν παράλληλα και μέσα στο σύννεφο και κάτω από αυτό.

Οι ευφυείς άνθρωποι όπως η Marianne και ο Connell, δεν μπορούν να ζήσουν αν δεν αναλύσουν. Επεξεργάζονται τη ζωή όπως αναπνέουν, και ακτινογραφούν τους εαυτούς τους και τους άλλους αυτοματικά, ακόμη κι αν δεν το κάνουν καλά. Η κατάρα της υψηλής νοημοσύνης είναι πως δουλεύει απρόσκλητη. Αυτό σημαίνει πως μαζί με τη χαρά της συναισθηματικής έκρηξης ή τη λύπη της ματαίωσης, φέρουν πάντα και το βάρος της υπερβολικής συνειδητότητας. Μία φωνή που τους λέει ότι η χαρά τους έχει ψεγάδια και δεν είναι για πάντα, κι ότι η απογοήτευσή τους δεν είναι περισσότερο πρωτότυπη ή οριστική από οποιουδήποτε άλλου. Ο ρεαλισμός του πνεύματός τους μπλέκεται με τον φόρτο των συναισθημάτων τους και τους βυθίζει σε μία κατάσταση που κάνει τον έρωτα πιο αφόρητο απ’ όσο είναι, σε έναν ορμονικό καταναγκασμό λατρείας και κυνισμού.

Το Normal People διατρέχουν πολλά μοτίβα. Η ταξικότητα, η οικογενειακή δυσλειτουργικότητα, τα παιδικά τραύματα, ο σεξισμός, οι παθογένειες της κλειστής κοινωνίας, οι αναχρονιστικές κοινωνικές νόρμες, είναι όλα παράγοντες που διαμορφώνουν τη χρωματική παλέτα της ιστορίας, συγκεκριμενοποιώντας κατά κάποιο τρόπο τον μύθο. Η πλούσια, βασανισμένη Marianne που έχει τα πάντα και κανέναν, και ο ιδιοφυής φτωχός Connell που δεν έχει τίποτα αλλά τους έχει όλους. Το μοτίβο όμως που εξυψώνει την ιστορία φιλοσοφικά, είναι εκείνο της εγκατάλειψης. Η Marianne κι ο Connell εγκαταλείπουν συνεχώς ο ένας τον άλλο, γιατί οι έξυπνοι άνθρωποι που ερωτεύονται, καταλαβαίνουν ότι η απόλυτη κατάκτηση του άλλου είναι μια χίμαιρα, ένα απίθανο εγχείρημα (αυτο)καταστροφής. Γι’ αυτό και τείνουν να απομακρύνονται σαν από υποσυνείδητη ενόρμηση, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος να μη χαθούν τα πάντα κι εν τέλει ο μόνος τρόπος να μη χαθεί ο ίδιος ο έρωτας. Οι ευφυείς άνθρωποι ξέρουν ότι ο έρωτας διαλύεται όταν πάει να ολοκληρωθεί, και η απομάκρυνση από αυτόν είναι η μόνη ελπίδα διάσωσής του αλλά και διάσωσης των ερωτευμένων.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι δύο πρωταγωνιστές συνειδητοποιούν πόσο αναντικατάστατα μοναδικοί είναι ο ένας για τον άλλο, με την ίδια ευκολία που διαρκώς αντικαθιστούν ο ένας τον άλλο. Aυτή η αντίφαση είναι η επιβεβαίωση της κατίσχυσης του μυαλού έναντι της παραφοράς του συναισθήματος, ο επιβιωσιακός λόγος που οι έξυπνοι ερωτευμένοι υποφέρουν περισσότερο από τους άλλους. Επειδή επιλέγουν να ζήσουν ελεύθεροι, αξιοπρεπείς και πονεμένοι, παρά με τη συνεχή απειλή της φθοράς και την πρόσκαιρη ανακούφιση της εκτόνωσης. Η εξυπνάδα της Marianne και του Connell βλέπει το τέλος του έρωτα πριν αυτό έρθει και προστατεύει το συναίσθημα θυσιάζοντάς το στην ακμή του.

Και σαν να μην έφταναν όλα τα άλλα, οι έξυπνοι άνθρωποι έχουν ένα ακόμη κακό, μερικές φορές. Δεν γνωρίζουν ότι είναι έξυπνοι. Γι’ αυτό και ονειρεύονται πως είναι normal people.


Άρης Αλεξανδρής