,

Μεγάλος Περίπατος: Κάτι δεν πάει καλά με το νέο πρότζεκτ του Μπακογιάννη

Η αχρείαστη βαβούρα του πιλοτικού

Megalos Peripatos

Η φιλοσοφία πίσω από τον Μεγάλο Περίπατο, το φιλόδοξο έργο του Κώστα Μπακογιάννη που έχει διχάσει την πόλη, δεν είναι ο ματαιόδοξος παραλογισμός που πολλοί του καταλογίζουν. Το αίτημα να μειωθούν τα αυτοκίνητα στο ιστορικό κέντρο, να αυξηθούν οι χώροι για τους πεζούς και να δοθεί ώθηση στην κουλτούρα της ποδηλασίας είναι απολύτως σύγχρονο και θεμιτό· δεν ήρθε εξ ουρανού ούτε επινοήθηκε για να μας ταλαιπωρήσει. Στην αναβάθμιση του βιοτικού μας επιπέδου στοχεύει, άσχετα αν μέχρι στιγμής ο στόχος προσεγγίζεται με τρόπο ερασιτεχνικό. Γιατί, πράγματι, προς το παρόν το κέντρο μοιάζει να έχει καταληφθεί από αφιονισμένα κλιμάκια των Ατενίστας.

Μου βγαίνει φυσικά κι αυθόρμητα η τάση να υπερασπιστώ τον Μπακογιάννη στις επιθέσεις που δέχεται από αριστερά και δεξιά με αφορμή το νέο αυτό εγχείρημα. Ειδικά τις άδικες, που βασίζονται περισσότερο σε προσωπική αντιπάθεια ή παραπλανητικές φωτογραφίες μισοτελειωμένων έργων. Οι κακιούλες και τα memes έχουν πλάκα και αποφορτίζουν την ένταση, αλλά συχνά παραπληροφορούν κιόλας. 

Σε μία αγρίως παραμελημένη πόλη όπως είναι η Αθήνα, όπου ο οργανικός κανόνας είναι η βρώμα, η αυθαιρεσία, η ακαλαισθησία και η δυσλειτουργικότητα, είναι δύσκολο να μη δεις με καλό μάτι την πρώτη μετά από χρόνια, έμπρακτη απόπειρα βελτίωσης. Είναι κάπως σαν αντανακλαστική αντίδραση της στέρησης, δηλαδή. Θυμίζω ότι ο προηγούμενος πολυδιαφημισμένος και άκρως ψωνισμένος μες στην ακαδημαϊκή του φλυαρία, δήμαρχος, είχε φτάσει σε σημείο μέχρι και να κανονικοποιήσει θεωρητικά την ασχήμια της πόλης ως “ταυτότητα” και να μεμφθεί μάλιστα όσους ονειρεύονται κάτι πιο ευρωπαϊκό. Στο τέλος, το μόνο για το οποίο είχε να καμαρώσει, ήταν ότι νοικοκύρεψε τα λογιστικά του Δήμου, λες και οι Αθηναίοι είχαν ψηφίσει οικονομικό μάνατζερ και όχι πολιτικό με όραμα.

Όμως, κι αυτό το λέω έχοντας διαβάσει άπειρα επιχειρήματα υπέρ του Περιπάτου, με πολλά από τα οποία συμφωνώ, είναι παραπάνω από προφανές ότι με το πρότζεκτ κάτι δεν πάει καλά. Πέρα από τα πολλά τεχνικά του ψεγάδια που αναλύονται καλύτερα από τους ειδικούς (δεν βάζεις μια στάση λεωφορείου στο ίδιο ύψος με τον δρόμο, ούτε μεταλλικά παγκάκια χωρίς σκιά κάτω από τον καυτό ήλιο κ.α.) υπάρχει μία πολύ προφανής προβληματική παράμετρος στρατηγικής φύσης: η προσωρινότητα. 

Η Αθήνα δεν είναι Λονδίνο, Βερολίνο, Παρίσι, Μαδρίτη. Δεν έχει επαρκές κεφάλαιο αστικής ομορφιάς κι αρμονίας που μπορεί να χρησιμοποιεί για να πειραματίζεται. Όποιος ζει το κέντρο καθημερινά κι έχει τριβή με αυτό σε πολλά επίπεδα -κι όχι απλώς σε επίπεδο βόλτας με το αυτοκίνητο- αντιμετωπίζει πλήθος πρακτικών προβλημάτων που χρήζουν επείγουσας ρύθμισης, από τα σπασμένα πεζοδρόμια και τα σκουπίδια, μέχρι την εγκληματικότητα και τα αναξιόπιστα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Οι αλλαγές που χρειάζεται η πόλη, λοιπόν, πρέπει να είναι προκαταβολικά και διεξοδικά μελετημένες, κι όταν τίθενται σε εφαρμογή, αυτό να γίνεται με βεβαιότητα ότι πιάνουν τόπο και αποσκοπούν σε κάτι χρήσιμο και σταθερό. Δεν νοείται σχέδιο ανάπλασης που ξεκινάει υπό αίρεση.

Ο δήμαρχος, Κώστας Μπακογιάννης, αδυνατώντας να δικαιολογήσει πειστικά τα πρόχειρα βαψίματα και τις ογκώδεις ζαρντινιέρες στους ανισόπεδους δρόμους, επικαλείται το επιχείρημα περί πιλοτικού έργου. Τι θα πει, όμως, πιλοτικό, στην πραγματικότητα; Από τι θα κριθεί το αν και πώς θα πραγματωθεί κανονικά το έργο; Από τον αριθμό των ύβρεων που θα ακούσει ο δήμαρχος από θυμωμένους πολίτες; Από το αν τα κολακευτικά άρθρα στον Τύπο θα ξεπεράσουν σε αριθμό τα επικριτικά; Από το αν οι Αθηναίοι θα αγκαλιάσουν τα δοκιμαστικά έργα; Μα όποια στάση κι αν κρατήσουν απέναντι στα έργα αυτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική. Η προχειρότητα της δοκιμής αποκλείει το ενδεχόμενο να γεννήσει θετικά συναισθήματα και προδικάζει αρνητικά το “κανονικό” έργο που υποτίθεται ότι έπεται. Επίσης, ποιος είναι ο δεσμός ανάμεσα σ’ αυτό που μας παρουσιάζεται τώρα ως πιλοτικό και σ’ εκείνο που θα το διαδεχτεί; Θα περιλαμβάνει και το πραγματικό έργο ανάπλασης ζαρντινιέρες μες στη μέση των λεωφόρων; Αν όχι, θα σκαφτούν οι δρόμοι; Κι αν ναι, ποιος θα κληρονομήσει τις κακόγουστες πλην πανάκριβες ζαρντινιέρες και τι θα τις κάνει; Επικρατεί μία σύγχυση, η κατάσταση είναι ασαφής και παιδαριώδης.

Μέχρι στιγμής, το μόνο που βλέπουμε από τον Μεγάλο Περίπατο είναι μία φτωχή προεργασία με υψηλό κόστος, μαζί με μια άδηλη υπόνοια για το μέλλον. Για μία χρονική στιγμή που ενδεχομένως ο Μπακογιάννης δεν θα είναι δήμαρχος, δηλαδή. Το συμπέρασμα που θα βγει από την αντίδραση του κόσμου στον Μεγάλο Περίπατο όπως αυτός εξελίσσεται τώρα, εννοείται πως θα είναι δυσοίωνο. Το παιχνίδι είναι ήδη χαμένο επικοινωνιακά, όπως επίσης χαμένη είναι η ευκαιρία να εκπαιδευτούν οι Αθηναίοι στην ιδέα και τη διαδικασία μίας μεγάλης αλλαγής. Ο κόσμος δεν θέλει να ταλαιπωρείται. Κι αν είναι να ταλαιπωρηθεί, θα το δεχτεί, εφόσον υπάρχει υπεύθυνη και προγραμματισμένη πρόβλεψη να εξαλειφθεί η ταλαιπωρία του. Όχι επειδή παίρνει ως αντάλλαγμα δέκα θνησιγενή δεντράκια και μερικούς άσχετους φοίνικες σε φαραωνικές γλάστρες.

Υπάρχει μία έντονη υποψία πως ο δήμαρχος αγαπάει το χειροκρότημα και την αναγνώριση που εμπνέει το φωτογενές του πρόσωπο, περισσότερο από τον κόπο που προϋποθέτουν η αναγνώριση και το χειροκρότημα στην ουσιαστική τους εκδοχή. Ελπίζω να μην ισχύει και όντως ο Κώστας Μπακογιάννης να έχει στα σκαριά κάτι πιο στέρεο για την πόλη. Καταλαβαίνω πως το engagement στο Instagram μπορεί να γίνει ακαταμάχητο, όμως η Αθήνα δεν είναι ψηφιακή πλατφόρμα και οι ψήφοι στον Μπακογιάννη δεν ήταν reactions.


Άρης Αλεξανδρής