,

Big Brother, τηλεοπτική σαπίλα

Ένα δυσάρεστο ταξίδι στον χρόνο που δεν ζήτησε κανείς

big brother ΣΚΑΪ

Το βασικό ελάττωμα της ελληνικής τηλεόρασης είναι ένα και βασίζεται σε μία στρεβλή πεποίθηση που κάποτε ξεκίνησε ως ωμός κυνισμός, αλλά με το πέρας του χρόνου έχει καταλήξει σε παρανόηση: θεωρεί ότι πρέπει να απευθύνεται στη χειρότερη εκδοχή τηλεθεατή. Παράλληλα, θεωρεί ότι η χειρότερη εκδοχή τηλεθεατή είναι και η πλειοψηφική. Η παλαιική και μπακαλίστικη αντίληψη των παραγόντων της τηλεόρασης περί εμπορικής επιτυχίας και μάρκετινγκ δεν βλέπει το τηλεοπτικό προϊόν ως επένδυση και το κοινό ως την περίπλοκη αλλά εύπλαστη σύνθεση δημογραφικών στοιχείων που είναι. Βλέπει το προϊόν ως ευκαιρία να αρπάξει γρήγορα λεφτά από την αγορά και το κοινό ως μια μάζα ηλιθίων που καταλαβαίνουν κι επιθυμούν μόνο σκουπίδια υψηλού μπάτζετ. Μία διπλή υποτίμηση, δηλαδή, εκ μέρους της τηλεόρασης. Του εαυτού της, αφενός και των αποδεκτών της δουλειάς της, αφετέρου. Όμως, όσο ρεαλιστικό κι αν έχει υπάρξει το παραπάνω σκεπτικό κατά καιρούς, η εποχή έχει αλλάξει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεγάλη μερίδα του κοινού ελκύεται από χαμηλού επιπέδου περιεχόμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε απαίδευτες κοινωνίες, τα κακά προϊόντα συσπειρώνουν μαζικά κοινά κι ότι σ’ αυτή τη βάση έχει οικοδομηθεί το εγχώριο τηλεοπτικό τοπίο ως επί το πλείστον. Υπάρχει ωστόσο μία σημαντική λεπτομέρεια που τα ελληνικά κανάλια κάνουν πως δεν βλέπουν ή όντως δεν βλέπουν μέσα στον πυκνό ιδρυματισμό τους. Κι αυτή είναι ότι σήμερα, ακόμη και οι τηλεθεατές με τα ταπεινότερα των ενστίκτων, ακόμη και οι φανατικότεροι θεατές των χειρότερων προγραμμάτων, έχουν κι άλλα ερεθίσματα πέραν του trash. Η κουλτούρα του Netflix και κάθε αντίστοιχου βεληνεκούς πλατφόρμας, μία κουλτούρα που έχει καταφέρει να κάνει ποπ και την πιο δύσπεπτη ή εξεζητημένη θεματολογία, έχει παρεισφρήσει στη συντριπτική πλειοψηφία των σπιτιών, ανεξαρτήτως πόλης και γειτονιάς.

Με λίγα λόγια, το κοινό δεν είναι τόσο σκουπιδένιο όσο το προϊόν που του προσφέρεται από την ελληνική τηλεόραση. Και οι λιγότερο απαιτητικοί έχουν πάρει μια ιδέα τού τι σημαίνει ποιοτικά εμπορικό κι ακόμη κι αν δεν το απαιτούν ακόμα ευθέως, τους είναι γνώριμο και μπορούν να το δεχτούν και να το απολαύσουν. Οι αισθητικές διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν ανάμεσα στους τηλεθεατές, στοιχεία όπως το οικονομικό επίπεδο, η μόρφωση και η καλλιέργεια συνεχίζουν να διαχωρίζουν την αντιληπτική ικανότητα και το γούστο τους, όμως ο γενικός πήχης έχει ανέβει, γιατί οι νέες τεχνολογίες έχουν εκθέσει τους πάντες σε θεάματα με μίνιμουμ ποιότητας υψηλότερο από το ελληνικό μάξιμουμ.

Το Big Brother είναι ένα παρωχημένο τηλεοπτικό φορμά, από την (εξαιρετικά μακρινή με όρους πρακτικής επικαιρότητας) εποχή που η ιδέα του εγκλεισμού και της παρακολούθησης ακόμη ιντρίγκαρε τους ανθρώπους, δηλαδή πριν τα social media και τα smartphones καταστήσουν το σχετικό concept πραγματικότητα. Ο λόγος που επανήλθε δεν είναι η καινοτομία ή η δημοφιλία του, αλλά, ξεκάθαρα, η προσδοκία να αποφέρει κέρδη δελεάζοντας το κοινό με την ένοχη απόλαυση του καταφανώς απαράδεκτου και χυδαίου (με μία δόση cult νοσταλγίας). Και, πράγματι, έκανε ικανοποιητική τηλεθέαση. Όμως ο κόσμος που το παρακολούθησε δεν το παρακολούθησε με τη λογική που αφηνόταν στην κακή τηλεόραση προ εικοσαετίας. Αυτή τη φορά, ξέρει ότι βλέπει μια βλακεία και ως βλακεία το βλέπει. Δεν νιώθει ότι το θέαμα τον ορίζει.

Γι’ αυτόν τον λόγο, η αντίδραση εναντίον του παίκτη που ξεστόμισε τις επικίνδυνες ανοησίες περί βιασμού, ήταν τόσο άμεση και αποτελεσματική. Επειδή το κοινό, ακόμη κι αυτό που ενέδωσε στο παρακμιακό θέαμα του Big Brother, ξέρει καλύτερα. Είναι ανώτερο του Big Brother. Κι αυτό το έχουν καταλάβει όλοι, εκτός από το κανάλι που προβάλλει το πρόγραμμα και επέλεξε τον παίκτη κατόπιν casting, δηλαδή γνωρίζοντας εκ των προτέρων ή έχοντας τη δυνατότητα και την υποχρέωση να γνωρίζει, ποια νοοτροπία πρεσβεύει ο παίκτης και ποιος ήταν ο κίνδυνος να μας καταστήσει κοινωνούς της. Κάποιος καχύποπτος ωστόσο, θα μπορούσε να υποθέσει ότι το κανάλι ήξερε πολύ καλά τι έκανε κι ότι σε αυτήν ακριβώς την εκτρωματική ασχήμια απέβλεπε. Υπό μία αμιγώς εμπορική σκοπιά, η επιλογή και η προβολή του συγκεκριμένου τηλεοπτικού προσώπου βγάζει νόημα μόνο με την προσδοκία της σύγκρουσής του με την κοινή γνώμη.

Η ελληνική κοινωνία, όπως και τόσες άλλες, πάσχει από σοβαρά συστημικά προβλήματα. Εκτρέφει τη βία με κάθε λογής νομιμοποιητικό προκάλυμμα, είτε αυτό άπτεται της πατριαρχικής παράδοσης, είτε της «λεβεντιάς», είτε της διαδεδομένης αντιπάθειας προς την ανθρωπιστική ηθική και νομιμότητα. Ο αγώνας για την εξάλειψη νοσηρών νοοτροπιών είναι μεγάλος και δεν θα είναι εύκολος, και κάθε παράδειγμα νέου ανθρώπου που διαιωνίζει κακοποιητικές αντιλήψεις, ειδικά με τόσο φυσικό και ανενδοίαστο τρόπο, είναι ενδεικτικό της υπανάπτυξής μας. Όμως, αυτό που μας αντιπροσωπεύει ως σύνολο το ορίζουμε εμείς, όχι η τηλεόραση. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, η αντίδραση στη φρίκη είναι πολύ πιο αντιπροσωπευτική από την ίδια τη (στημένη) φρίκη. Χωρίς να είναι καλή, η κοινωνία είναι καλύτερη από αυτήν την τηλεόραση.


Άρης Αλεξανδρής

What do you think?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%